Αστυνόμευση για την «αποκατάσταση της ποιότητας ζωής» : Μηδενική ανοχή

Η μηδενική ανοχή είναι το πιο διάσημο πρότυπο κατασταλτικής αστυνόμευσης, που υιοθετήθηκε στις Η.Π.Α. (αρχικά στη Νέα Υόρκη) από τις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Το πρότυπο αυτό εφαρμόστηκε πρώτα στο μετρό και μετά σε ολόκληρη την πόλη της Νέας Υόρκης. Θεμελιώνεται στην επίσης διάσημη θεωρία των «σπασμένων παραθύρων», που διατυπώθηκε από τους Wilson και Kelly και αποτέλεσε τη «Βίβλο» του νεοφιλελευθερισμού στο πεδίο της ποινικής καταστολής. Επιδίωξη της είναι η ανάσχεση της παρακμής των αστικών κέντρων, η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών μέσα από την «ανακατάληψη» του δημόσιου χώρου, που τον είχαν «καταλάβει» άστεγοι, εξαρτημένοι, περιθωριοποιημένοι και άνεργοι, καθώς και η μείωση της εγκληματικότητας του δρόμου, με στόχο την αποκατάσταση της ποιότητας ζωής στην παρακμασμένη Νέα Υόρκη. Η «αστυνόμευση για την αποκατάσταση της ποιότητας ζωής» ή «αστυνόμευση της μηδενικής ανοχής στο έγκλημα» είναι μία στρατηγική που στην αρχική της εφαρμογή περιλάμβανε:

  1. Αύξηση περιπολιών ένστολων αστυνομικών στο δρόμο και πρόσληψη 6.000 νέων αστυνομικών.
  2. Ενοποίηση μικρότερων αστυνομικών μονάδων και υπηρεσιών και ενίσχυση της δύναμης με αστυνομικούς που πληρώνονταν από ομοσπονδιακά κονδύλια. Έτσι, ο αριθμός τους έφτασε περίπου τις 40.000 και αυξήθηκε η παρουσία και η θεατότητα της αστυνομίας στο δρόμο.
  3. Επίταση των περιπολιών, με κύριο στόχο την αποτροπή και καταστολή των μικρο-παραβάσεων, της αταξίας στους δρόμους (π.χ. των ζητιάνων, των ανθρώπων των φαναριών που ζητούσαν φιλοδώρημα). Όλοι αυτοί έγιναν στόχος της αστυνομίας, ενώ στο δημόσιο λόγο οι παραβάσεις αυτές ονομάστηκαν ‘προσβολές κατά της ποιότητας ζωής’.
  4. ‘Ανακατάληψη’ των δημόσιων χώρων (υπόγειος σιδηρόδρομος, σιδηροδρομικοί σταθμοί, πάρκα, χώροι γύρω από τα δημόσια κτίρια) για να αποκατασταθεί η οικονομία της πόλης, μέσω της εκδίωξης περιθωριοποιημένων και εξαθλιωμένων ομάδων από το δημόσιο χώρο. Αυτή η ‘ανακατάληψη’ έγινε μέσα από συνεργασίες με ιδιώτες και με ιδιωτικές εταιρίες ασφάλειας, καθώς όλα αυτά χρηματοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από ιδιώτες.
  5. Εξευγενισμό του αστικού χώρου σε πολλές περιοχές της πόλης, ειδικά των πάρκων που είχαν ταυτιστεί με το έγκλημα, την πορνεία και τη χρήση ναρκωτικών: αποκαταστάθηκε ο φωτισμός, δημιουργήθηκαν μικτές περιπολίες αστυνομίας και ιδιωτικής ασφάλειας, έγιναν δενδροφυτεύσεις, εγκαταστάθηκαν μικροί χώροι αναψυχής και πρόχειρου φαγητού, ενώ παράλληλα τέθηκαν κανόνες.
  6. Συστηματική εισαγωγή της Compstat: Η στατιστική ανάλυση έγινε το εργαλείο του ‘συστήματος στρατηγικού ελέγχου’. Αυτό είχε ως στόχο την παροχή έγκαιρης και αξιόπιστης πληροφορίας για τη μορφολογία του εγκλήματος καθώς και τον έλεγχο της απόδοσης του αστυνομικού έργου σε σχέση με τα δεδομένα που συλλέγονταν επί τόπου. Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίστηκε ένα σύστημα λογοδοσίας μέσα από τακτικές συναντήσεις μεταξύ των αστυνομικών, όπου γινόταν απολογισμός σύγκριση και ανάλυση της απόδοσης κάθε αστυνομικού διευθυντή σε σχέση με τα στατιστικά στοιχεία της περιοχής, που προβάλλονταν σε ψηφιακούς χάρτες. Επρόκειτο για ουσιαστικές ανοικτές συναντήσεις του προσωπικού του αστυνομικού τμήματος ή υπομονάδας –που μπορούσαν να τις παρακολουθούν και προσκεκλημένοι θεατές (δήμαρχοι, δικαστές, ακαδημαϊκοί, αστυνομικοί από άλλες υπηρεσίες και κράτη), συναντήσεις που οδήγησαν κάποιους σε παραίτηση εξαιτίας της χαμηλής τους απόδοσης. Επίσης, οι προϊστάμενοι των μονάδων πλαισιώνονταν από επιχειρησιακή στήριξη και συντονισμό από το κέντρο επιχειρήσεων της αστυνομίας (ό.π., σ. 17).

Οι ίδιοι οι εμπνευστές της θεωρίας των «σπασμένων παραθύρων», μετά την εφαρμογή και τα αποτελέσματα της μηδενικής ανοχής, πήραν αποστάσεις από τη μηδενική ανοχή και τάχθηκαν υπέρ της «κοινοτική αστυνόμευσης» και της αστυνόμευσης ανάλογα με το πρόβλημα.

  • Η κριτική που ασκείται στο θεωρητικό πρότυπο της μηδενικής ανοχής περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα εξής ζητήματα :
  • Ποιος καθορίζει τί είναι ποιότητα ζωής; Τί είναι αταξία; Τί σημαίνει ‘επαναδιεκδίκηση’ της κοινότητας και με ποιου τα έξοδα;
  • Μπορεί η αστυνομία να ξαναδώσει ζωή σε «πεθαμένες κοινότητες»;
  • Το ‘παράδειγμα’ της «μηδενικής ανοχής» κατέληξε να προσλαμβάνεται με απλοϊκό τρόπο και θεωρήθηκε ότι η επιθετική αστυνόμευση εναντίον της αταξίας, μειώνει το έγκλημα και ότι αυτό μπορεί να ‘δουλέψει’ παντού, αφού δούλεψε στη Νέα Υόρκη.

Δύο τουλάχιστον υποθέσεις στη Νέα Υόρκη έθεσαν σε κρίση το πρότυπο αυτό και ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων. Η πρώτη αφορά την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και βιασμό του Α. Luima, το 1997, από αστυνομικό μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα με το «τηλέφωνο» του μπάνιου. Στο Α.Τ. είχε μεταφερθεί μετά από σύλληψη στη διάρκεια συμπλοκής σε κλαμπ. Η δεύτερη αφορά την ανθρωποκτονία του Α. Diallo, το 1999. Δολοφονήθηκε από 4 αστυνομικούς της Νέας Υόρκης με 41 βολές, οι 19 από τις οποίες βρέθηκαν στο σώμα του κατά τη διάρκεια έρευνας, επειδή υπέθεσαν ότι ήταν ένοπλος και ότι ήταν ο βιαστής που αναζητούσαν. Μετά από αυτό, το πρότυπο σε γενικές γραμμές εγκαταλείφθηκε.

Η κριτική που ασκείται σε σχέση με την εφαρμογή του προτύπου αυτού αναφέρεται στα εξής μεταξύ άλλων:

  • Η εστίαση στην μικρο-παραβατικότητα και στην αταξία δεν οδηγεί σε εξιχνίαση σοβαρότερων εγκλημάτων και πάντως δεν αποτελεί μια γενικευμένη δυνατότητα.
  • Αυξήθηκαν, κατά ανησυχητικό τρόπο, οι καταγγελίες των πολιτών σχετικά με κατάχρηση εξουσίας και χρήση αισχρών εκφράσεων.
  • Η μηδενική ανοχή δεν προσέφερε τίποτα το νέο, εκτός από την ηλεκτρονική τεχνολογία στο τοπικό επίπεδο αστυνόμευσης.
  • Με τη μηδενική ανοχή διαρρηγνύεται η διάκριση ανάμεσα στην παράνομη και τη δυσάρεστη συμπεριφορά, το έγκλημα και την ενοχλητική συμπεριφορά, τη διάκριση ανάμεσα στη μικροπαράβαση και την αταξία, και έτσι η διατήρηση της ευταξίας με αυτόν τον τρόπο, διευρύνει το πεδίο των συμπεριφορών που θεωρούνται ανεπιθύμητες (Hudson, B., 2003, 69).
  • Η μηδενική ανοχή έχει ελάχιστη ή καμία επίδραση στην αταξία ή το έγκλημα. Τα μεγέθη της εγκληματικότητας μειώθηκαν στη Νέα Υόρκη την περίοδο εφαρμογής της, αλλά μειώθηκαν επίσης και σε άλλες περιοχές που δεν εφαρμόστηκε η μηδενική ανοχή. Επίσης, μειώθηκαν και σε άλλες χώρες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αστυνόμευσης που ακολουθήθηκαν (ό.π.).
  • Η μείωση της εγκληματικότητας, που άμεσα επιτεύχθηκε στη Νέα Υόρκη, δεν αποτελούσε σταθερή τάση συνολικά. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι η μακροπρόθεσμη τάση μείωσης της εγκληματικότητας, οφείλεται σε αλλαγές στις συνήθειες των χρηστών ναρκωτικών και στην αγορά ναρκωτικών, ειδικά του crack, αλλά και στην «αλλαγή γενιάς» των ανθρώπων του δρόμου.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.