Κοινοτική αστυνόμευση

Η κοινοτική αστυνόμευση αποτελεί το πιο συζητημένο πρότυπο αστυνόμευσης που προτάθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το βασικό πρόβλημα ξεκινούσε από πολύ παλιά και ήταν η αναζήτηση ενός τρόπου παρέμβασης για την αντιμετώπιση της διάρρηξης των άτυπων κοινωνικών δικτύων που διαμόρφωναν τις κοινωνικές σχέσεις σε επίπεδο γειτονιάς στα μεγάλα αστικά κέντρα των Η.Π.Α., σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις (1950-1960) δημιούργησαν νέες ανάγκες σε ό,τι αφορά το ρόλο της αστυνομίας. Το παλιό στρατιωτικό μοντέλο αστυνόμευσης που θεμελιωνόταν στο γραφειοκρατικό–ιεραρχικό πρότυπο οργάνωσης και λειτουργίας της αστυνομίας, έμοιαζε απρόσφορο για τις ανάγκες ασφάλειας των μεγάλων αστικών κέντρων. Το κεντρικό ζήτημα που προέκυψε στο διάστημα αυτό, ήταν η σχέση αστυνομίας και κοινότητας. Το πρότυπο της κοινοτικής αστυνόμευσης προέκυψε μετά την ανάπτυξη του κινήματος της κοινοτικής πρόληψης του εγκλήματος (community crime prevention) στη δεκαετία του ’70 που προώθησε την ιδέα ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της εγκληματικότητας από μόνη της και ότι ήταν αναγκαία η συνδρομή της κοινότητας, που έπρεπε να κινητοποιηθεί και να οργανωθεί γύρω από την πρόληψη του εγκλήματος.

Κύριο διακύβευμα: Οι σχέσεις με την κοινότητα

Βασική αρχή: Η συμπαραγωγή ασφάλειας από τους πολίτες και την αστυνομία, μέσα από την ανάπτυξη ενός συστήματος σχέσεων μεταξύ κοινού και αστυνομίας.

Στόχος της κοινοτικής αστυνόμευσης μεταξύ άλλων είναι και η επανάκτηση της άτυπης νομιμοποίησης που η αστυνομία έχει χάσει, ή που δεν είχε ποτέ, στις αντιλήψεις και στις στάσεις των μειονοτικών κοινοτήτων.

Κύρια αρχή της κοινοτικής αστυνόμευσης είναι ότι η επέμβαση της αστυνομίας πρέπει να γίνεται σε ζητήματα που οι πολίτες θεωρούν σημαντικά για την ασφάλειά τους (πέρα από το νομικό προσδιορισμό τους) και όχι σε αυτά που η αστυνομία θεωρεί σημαντικά (που άλλωστε προσδιορίζονται με βάση τη νομοθεσία και τους κανόνες της).

Βασικά στοιχεία της κοινοτικής αστυνόμευσης είναι:

  1. Η εμπλοκή της κοινότητας στη στοχοθεσία της αστυνόμευσης και της ασφάλειας των πολιτών.
  2. Η επίλυση προβλημάτων (βλ. και επομ. αστυνόμευση ανάλογα με το πρόβλημα).
  3. Η αποκέντρωση αστυνομικών υπηρεσιών και λειτουργιών.

Η κοινοτική αστυνόμευση δεν χαρακτηρίζεται από το είδος των προγραμμάτων που εφαρμόζονται, αλλά από την μεταβολή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τη δημιουργία νέων νοοτροπιών και πολιτισμού μέσα στις αστυνομικές υπηρεσίες. Είναι μια οργανωτική στρατηγική που εναποθέτει τη στοχοθεσία και τα μέσα για την επίτευξή της σε μεγάλο βαθμό στους κατοίκους και στην αστυνομία που επιχειρεί σε τοπικό επίπεδο.

Κύριοι άξονες:

  • Συστηματική παρουσία της αστυνομίας σε επίπεδο γειτονιάς.
  • Ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τους πολίτες μέσα από την άμεση ανταπόκριση σε περιστατικά που οι ίδιοι θεωρούν σημαντικά για την ασφάλεια τους,
  • Συνεργασία πολιτών-αστυνομίας και παροχή πληροφορίας από τους πολίτες προς την αστυνομία για ύποπτες, ενοχλητικές και παραβατικές συμπεριφορές στην περιοχή.
  • Παρέμβαση της αστυνομίας για την άρση αυτών των ‘οχλήσεων’.

Πρακτικές αστυνόμευσης:

  • Οι πεζές και κάθε είδους περιπολίες.
  • Επιτήρηση της γειτονιάς.
  • Περιπολίες πολιτών.
  • Άμεση καταγγελία, αναφορά εγκλημάτων
  • Ενίσχυση των μέτρων προστασίας σε επίπεδο νοικοκυριού.
  • Ενίσχυση της λειτουργίας μικρών εμπορικών καταστημάτων σε επίπεδο γειτονιάς.
  • Διεξαγωγή ερευνών για τη μέτρηση της ικανοποίησης των πολιτών από τη λειτουργία της αστυνομίας.
  • Επισκέψεις πόρτα-πόρτα για να ανιχνευθούν και να συζητηθούν προβλήματα.
  • Εκπαίδευση στην αντιμετώπιση των ναρκωτικών.
  • Συνεργασίες με δημοτικές αρχές για την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας και των κανονισμών υγείας κλπ.

Κριτική μεταξύ άλλων

  • Δεν είναι εύκολα αξιολογήσιμο πρότυπο αστυνόμευσης και μέχρι σήμερα δεν έχουν αξιολογηθεί συστηματικά τα αποτελέσματά της.
  • Η επαγγελματική νοοτροπία της αστυνομίας και, επομένως, η κοινωνικοποίηση στην Αστυνομία, δεν είναι βέβαιο ότι αφομοιώνει τις αρχές και τη φιλοσοφία της κοινοτικής αστυνόμευσης.
  • Η σχέση κοινού-αστυνομίας είτε παραμένει εκτός στην καθημερινή-τακτική αστυνόμευση είτε αναπτύσσεται ως σχέση επιρροής για να παρέχονται υπηρεσίες από την αστυνομία, παρά να συμπαράγεται η ασφάλεια.
  • Η αποτελεσματικότητα που έχει η παρουσία της αστυνομίας στο δρόμο αμφισβητείται και η κοινοτική αστυνόμευση δεν φαίνεται να προσθέτει κάτι στο εύρος της εγκληματικότητας, στον έλεγχο του εγκλήματος και στην συλλογή πληροφορίας από την αστυνομία.
  • Η κοινοτική αστυνόμευση δεν αφορά όλους καθώς οι οικονομικά ασθενέστεροι, που είναι κατά κανόνα λιγότερο οργανωμένοι σε συλλογικές οντότητες, δεν συμμετέχουν σε πρωτοβουλίες σύμπραξης, ενώ η μεσαία τάξη εμπλέκεται περισσότερο με τα κοινά και στις συμπράξεις με την αστυνομία που προτείνει η κοινοτική αστυνόμευση.
  • Μια σημαντική μεταστροφή της κοινοτικής αστυνόμευσης επήλθε μετά το 2001. Έκτοτε η κοινοτική αστυνόμευση τέθηκε στην υπηρεσία της αντιτρομοκρατίας (terrorist–oriented community policing). Ενώ η συλλογή της πληροφορίας ήταν από την αρχή στόχος της κοινοτικής αστυνόμευσης, η τρομοκρατία άλλαξε τη νομιμοποιητική βάση αυτού του προτύπου, καθώς θεωρείται από αρκετούς ότι έτσι η κοινότητα υποτάσσεται στην αστυνομία. Η στενή σχέση με στρατιωτικές και αστυνομικές υπηρεσίες που επιβάλλει η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, υποστηρίζεται ότι οδηγούν στην στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και στην κοινωνική της απομόνωση, αντί της εγγύτητας με την κοινωνία.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.