Τυπικός κοινωνικός έλεγχος και αστυνομία

Η αστυνομία ασκεί τυπικό κοινωνικό έλεγχο, στο πλαίσιο και με τους όρους που επιβάλλει ο νόμος και διαθέτοντας ένα μεγάλο εύρος διακριτικής ευχέρειας, ειδικά κατά την αστυνόμευση στο δρόμο. Η παρουσία ή η ύπαρξη της αστυνομίας, αντανακλά την πραγματική και συμβολική παρουσία του κράτους στο χώρο. Ταυτόχρονα, η παρουσία της λειτουργεί κατά πολλούς αποτρεπτικά για τη διάπραξη εγκλημάτων, ενώ η δράση της εγγυάται την ασφάλεια των ανθρώπων που βρίσκονται στην Επικράτεια. Η λειτουργία της αστυνομίας και οι αρμοδιότητές της, όπώς θα αναλυθούν στη συνέχεια, αναφέρονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο Κράτους, το κράτος δικαίου και, συγκεκριμένα, το δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Καταλυτικό ρόλο στη λειτουργία της αστυνομίας έχουν μία σειρά από κοινωνικές διαδικασίες και σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας, όπώς και τυποποιήσεις της προστασίας που παρέχει ο νόμος στους πολίτες καθώς και των ορίων εντός των οποίων η αστυνομία οφείλει να αναπτύσσεται. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση για να κατανοήσει κάποιος τη σημασία και τις λειτουργίες της αστυνομίας, είναι η βασική εξοικείωση με τις έννοιες:

  • του κοινωνικού ελέγχου,
  • του τυπικού και άτυπου κανόνα,
  • του εξαναγκασμού,
  • του έννομου αγαθού,
  • της κοινωνικής ευταξίας, και
  • της νομιμότητας.

Τόσο ο άτυπος όσο και ο τυπικός κοινωνικός έλεγχος, στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε, αντανακλούν και εκφράζουν τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, που κυριαρχούν σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Ως κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις εννοούνται εκείνες οι σχέσεις στο εσωτερικό μιας ομάδας ή ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμού, που καθορίζουν στη συγκρότηση και την αναπαραγωγή των κανόνων, ενός κοινωνικού συστήματος ή υποσυστήματος. Ο κοινωνικός έλεγχος και ειδικά ο τυπικός αναπτύσσονται μέσα από συστήματα κανόνων.

Η ύπαρξη και εφαρμογή των τυπικών και άτυπων κανόνων στην πραγματικότητα ελέγχει, καθοδηγεί και διαμορφώνει την κοινωνία (τις κοινωνικές σχέσεις), τη συμπεριφορά, αλλά και την ιδεολογία του πολίτη απέναντι στο κράτος και τους άλλους. Παράλληλα, οι εν λόγω κανόνες συγκροτούν το πλαίσιο και τους όρους υπαγωγής του πολίτη στην κρατική εξουσία. Ωστόσο, και οι τυπικοί κανόνες, όπώς και οι άτυποι, προϋποθέτουν μια ευρεία κοινωνική συναίνεση για να ισχύσουν και να εφαρμοστούν. Είναι η μακρόχρονη ισχύς τους αυτή η οποία «μαθαίνει» τους πολίτες και το κράτος για τι να κάνουν και τι να μην κάνουν και έτσι, μακροπρόθεσμα, το περιεχόμενο του κανόνα αφομοιώνεται - εσωτερικεύεται από τον πολίτη, η υπαγωγή στον κανόνα γίνεται αυτονόητη (π.χ. απαγόρευση αφαίρεσης ξένου πράγματος-κλοπή) και τελικά, ακολουθεί τον κανόνα, χωρίς δεύτερη σκέψη ή εκλογίκευση, ως αυτονόητο κεκτημένο μιας κοινωνικής ομάδας ή μιας κοινωνίας στην οποία εντάσσεται.

Η επιβολή και η ισχύς αυτών των κανόνων που είναι πάντα τυπικοί κανόνες, ανατίθεται σε συγκεκριμένους φορείς δημόσιας εξουσίας, οι οποίοι έχουν από το νόμο την αρμοδιότητα να εξαναγκάζουν τους πολίτες να τηρούν το νόμο, να παρεμβαίνουν στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, αλλά και μεταξύ του κράτους και των πολιτών, και να τις ρυθμίζουν στο πλαίσιο του νόμου, να εφαρμόζουν και να εκτελούν το σύστημα κυρώσεων που προβλέπεται σε περίπτωση παραβίασης του νόμου. Ο πολίτης δεν μπορεί να μην υπαχθεί σε αυτές τις εξουσίες χωρίς περαιτέρω κυρώσεις και σε αυτό έχουν συμφωνήσει όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου (πολίτες), όπώς προαναφέρθηκε. Οι φορείς αυτοί είναι η αστυνομία, η Δικαιοσύνη και το Σωφρονιστικό Σύστημα και, για τους λόγους που μόλις εξηγήθηκαν, αυτοί οι φορείς ή μηχανισμοί ονομάζονται εξαναγκαστικοί μηχανισμοί ή κατασταλτικοί μηχανισμοί (να μην συγχέεται ο όρος με την πρόληψη ή καταστολή που διενεργεί η αστυνομία).

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.