Εμπλοκή με τα ναρκωτικά

Οι απόψεις των αστυνομικών που εκπαιδεύτηκαν στο πρόγραμμα (Α’ κύκλος)

Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εμπλέκεται κάποιος με τα ναρκωτικά, το 64,7% του συνόλου των εκπαιδευομένων (83,3% στη Θεσσαλονίκη και 54,5% στην Αθήνα) ο βασικότερος είναι τα προβλήματα με το σπίτι, τη ζωή του εξαρτημένου κλπ. Λιγότεροι (38,2%) αναφέρουν ως βασικό λόγο τις παρέες ή την επίδραση τρίτων (π.χ. συνήθως παρασύρεται) και ακόμη λιγότεροι (29,4%) θεωρούν ότι η εμπλοκή με τα ναρκωτικά είναι ζήτημα βλακείας/ανωριμότητας και σε μικρότερα ποσοστά αναφέρονται άλλοι λόγοι. Πάντως, διαπιστώνονται διαφορές ανάμεσα στις απόψεις των αστυνομικών στις δύο πόλεις. Πρόκειται για διαφορές που, αν μη τι άλλο, αντιστοιχούν και σε διαφορές ηλικίας και θητείας στο σώμα και, επομένως, επαγγελματικής και κοινωνικής εμπειρίας. Από αυτή την οπτική, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο έμπειροι αστυνομικοί (στη Θεσσαλονίκη) αξιολογούν διαφορετικά τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν: περισσότεροι σε σύγκριση με τους νεότερους (της Αθήνας) θεωρούν ως βασικούς λόγους τη βλακεία/ανωριμότητα, τη διασκέδαση, τα προβλήματα με το σπίτι και την επίδραση τρίτων (π.χ. παρασύρεται).

Ενώ το 25% του συνόλου των εκπαιδευομένων θεωρεί ότι στην εμπλοκή με τα ναρκωτικά βασικό λόγο αποτελεί ότι «...δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο, είναι ανάλογα με τον άνθρωπο...», περισσότεροι αστυνομικοί από την Αθήνα (29,5%) αναφέρουν αυτή την άποψη και πολύ λιγότεροι Θεσσαλονικείς (16,7%).

Επίσης, σχετικά με τους άλλους λόγους που ειδικά αναφέρουν οι αστυνομικοί, δεν διαπιστώνεται μεγάλη διαφορά στην προσέγγιση. Για παράδειγμα, αυτά που αναφέρουν οι αστυνομικοί είναι ηαδυναμία χαρακτήρα, εκ γενετής τάσεις, παρέες, ιδιαίτερη ευάλωτη προσωπικότητα, έλλειψη άλλων ενδιαφερόντων και γενικές τάσεις και στυλ ζωής (μαγκιά, μόδα).

Τέλος, το 44,1% των εκπαιδευομένων, χωρίς σημαντικές διαφορές ανά πόλη, θεωρούν ότι η εμπλοκή με τα ναρκωτικά δε θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε, το 32,4% ότι θα μπορούσε, ενώ το 23,5% δεν είναι σίγουροι.

Προκύπτει επομένως μια γενική άποψη που, συνεκτιμώντας και τα προαναφερθέντα, φαίνεται να είναι κοινή σε πολλούς αστυνομικούς, δηλαδή ότι ο εξαρτημένος είναι μια ιδιαίτερη/διαφορετική από τους άλλους προσωπικότητα και εξαιτίας αυτής της προσωπικότητας εμπλέκεται με τα ναρκωτικά. Πρόκειται για μία προσέγγισηιδιαίτερα διαδεδομένη γενικά ,η οποία υποτιμά την επίδραση που έχουν δομικοί και άλλοι παράγοντες, που βρίσκονται έξω από το πεδίο δυνατοτήτων αντίστασης του εμπλεκόμενου, ειδικά όταν βρίσκεται σε πολύ νεαρή ηλικία. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το εμπόριο ναρκωτικών, δεν φαίνεται να συσχετίζεται η επίδραση που έχουν οι μηχανισμοί (παράνομοι συνήθως και άτυποι) διάδοσης των ναρκωτικών. Δηλαδή, ένα σύστημα διανομής που έχει ως κύριο «έργο» τη διάδοση ναρκωτικών.

Υποβαθμίζεται, επιπλέον, η σημασία της αλλοτρίωσης της προσωπικότητας και της αποξένωσης από τον εαυτό, του ίδιου του τοξικοεξαρτημένου, όταν αυτός/-ή έχει εμπλακεί συστηματικά με τη χρήση και κυρίως, όταν καταλήξει στην ανοικτή πιάτσα. Αυτό που γνωρίζουν οι αστυνομικοί στο δρόμο δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που ήταν όταν ξεκίνησε τη χρήση.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, η πεποίθηση ότι η εμπλοκή με τα ναρκωτικά δεν είναι πιθανότητα για τον καθένα, λειτουργεί και ως μηχανισμός κοινωνικοποίησης των αστυνομικών στην πιάτσα, υπό το πρίσμα της αυτο-αξιολόγησης και αυτοεκτίμησης των αστυνομικών. Δηλαδή, η θεώρηση του χρήστη ως διαφορετικής προσωπικότητας, οδηγεί σε μία ψυχολογική-νοητική διαδικασία διαχωρισμού του εαυτού από τους «άλλους», τους «παρασυρμένους», «προβληματικούς», «άρρωστους». Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται και η αποστασιοποίηση από το υποκείμενο αστυνόμευσης. Ο χρήστης προσλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται από τον αστυνομικό ως ένας διαφορετικός «τύπος» ανθρώπου σε επίπεδο ιδιοσυγκρασίας, υποπολιτισμού και αξιών. Επομένως, ο εξαρτημένος γίνεται ο «ξένος», ο «άλλος», αυτός που «δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι εγώ». Πρόκειται για μια τυπική διαδικασία ετεροποίησης η οποία διευκολύνει την αποστασιοποίηση.

Αυτοί οι ψυχολογικοί μηχανισμοί αποτελούν μία άμυνα των αστυνομικών απέναντι στη βία, ενώπιον της οποίας βρίσκονται καθημερινά και μηχανισμοί εξορθολογισμού αυτής της βίας, ώστε να μπορούν να «επιβιώσουν» μέσα σε αυτήν. Ωστόσο, δεν είναι χωρίς συνέπειες. Σε πολλές περιπτώσεις, συμβαίνει μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επανάληψη των επαφών χρήστη – αστυνομίας, κατά την οποία μπορεί να εκδηλωθεί απαξιωτική ή ακόμα και εξευτελιστική συμπεριφορά, κακομεταχείριση ή και άμεση βία προς τον αστυνομευόμενο, χωρίς αυτό να προκαλεί περαιτέρω προβλήματα (αναστολές, στεναχώρια, οίκτο κλπ.) σε αυτόν που την ασκεί. Η κακή συμπεριφορά εντάσσεται σε μία ρουτίνα, σε μια καθημερινότητα, όπου ο άλλος (π.χ. ο εξαρτημένος) σταδιακά χάνει στα μάτια του αστυνομικού την ανθρώπινή του διάσταση και γίνεται, για παράδειγμα, ένας αριθμός σε ένα σύνολο διατεταγμένων συλλήψεων. Πρόκειται για μια τυπική διαδικασία κανονικοποίησης ενός δυσάρεστου γεγονότος που απαντάται σε πολλά επαγγέλματα, μόνο που στην περίπτωση της αστυνομίας έχει ιδιαίτερες συνέπειες.

Επιπλέον, η θεώρηση του χρήστη ως «διαφορετικού», δεν επιτρέπει τον εξορθολογισμό της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι χρήστες (που είναι αναγκαίος για την αστυνομία). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υποτιμάται μια σειρά παραγόντων, ατομικών και δομικών, καθώς και μια ολόκληρη διαδικασία που έχει προηγηθεί και έχει οδηγήσει τον χρήστη από την περιστασιακή χρήση στη συστηματική χρήση, μετά στην εξάρτηση και τέλος στην αγορά του δρόμου.

Εκτός από αυτό όμως, είναι αξιοσημείωτο ότι υπάρχει μεγάλο ποσοστό μεταξύ των εκπαιδευομένων, οι οποίοι αφενός θεωρούν ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος (και αυτό εκτιμούμε ότι παραπέμπει με κάποια έμφαση στους «ψυχαγωγικούς» χρήστες) και αφετέρου εκείνων που δεν είναι σίγουροι σχετικά με την πιθανότητα να εμπλακεί ο καθένας με τα ναρκωτικά. Συνολικά και παρά την έμφαση που δίνεται στους λόγους εμπλοκής, διαπιστώνεται μια ποικιλία απαντήσεων που σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια απόλυτη προσέγγιση που να καλλιεργείται μεταξύ των αστυνομικών και ότι η εμπειρία τους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.

ΠΙΝΑΚΑΣ 18. Απόψεις των αστυνομικών σχετικά με τα αίτια εμπλοκής με τα ναρκωτικά κατά τόπο εκπαίδευσης.

  ΤΟΠΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (%)
Για ποιο λόγο νομίζετε ότι εμπλέκεται κάποιος με τα ναρκωτικά; (Ν=68) Αθήνα Θεσσαλονίκη Σύνολο
1.Από βλακεία, ανωριμότητα 25,0% 37,5% 29,4%
2. Για διασκέδαση 18,2% 25,0% 20,6%
3. Από άγνοια 13,6% 12,5% 13,2%
4. Επειδή νομίζει ότι θα βγάλει λεφτά 9,1% 12,5% 10,3%
5. Επειδή έχει προβλήματα με το σπίτι, τη ζωή του κλπ. 54,5% 83,3% 64,7%
6. Δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο, είναι ανάλογα με τον άνθρωπο 29,5% 16,7% 25,0%
7. Συνήθως παρασύρεται 36,4% 41,7% 38,2%
8. Δεν με απασχολεί 2,3% 4,2% 2,9%
9. Άλλο 11,4% 4,2% 8,8%

 

Άλλο (Παρακαλώ αναφέρετε)
     Frequency Percent Valid Percent Cumulative Percent
        Valid   63 91,3 91,3 91,3
Αδυναμία χαρακτήρα καθώς και τάσεις εκ γενετής να μπορούν να λύνουν τα προβλήματα τους έτσι 1 1,4 1,4 92,8
Από αδυναμία χαρακτήρα 1 1,4 1,4 94,2
Έλλειψη ενδιαφέροντος (π.χ. χόμπι, δουλειά) 1 1,4 1,4 95,7
Λόγω ένταξης σε παρέες 1 1,4 1,4 97,1
Λόγω ψυχικών καταστάσεων που βιώνει το άτομο, όπώς ανασφάλεια, ευαλωτότητα, επιρρέπεια.... 1 1,4 1,4 98,6
Συνδυασμός μαγκιάς, μόστρας (παιδικές ηλικίες), άγνοιας ανωριμότητας (ενήλικες) 1 1,4 1,4 100,0
Total 69 69 100,0  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 19. Νομίζετε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε ανά ΤΟΠΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ.

  ΤΟΠΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ(%)
Νομίζετε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε; (Ν=68) Αθήνα Θεσσαλονίκη Σύνολο p-value
Ναι 31,8% 33,3% 32,4%    0,593
Όχι 40,9% 50,0% 44,1%
Δεν είμαι σίγουρος 27,3% 16,7% 23,5%

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.