Παραγωγή ναρκωτικών και ανισότητες

Περιοχές παραγωγής ναρκωτικών και ανισότητες : Παραδείγματα

1. ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ.

Σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (βλ. Briones, A., Cumsille, F., Henao, A., Pardo, B., (eds), 2013), στη Λατινική Αμερική παρατηρούνται έντονες κοινωνικές ανισότητες, κοινωνικός αποκλεισμός και φτώχεια εκεί όπου καλλιεργείται η κόκα. Για παράδειγμα, στην Κολομβία οι ομάδες ή οι κοινότητες που καλλιεργούν κόκα, βρίσκονται σε πλήρη απομόνωση, φυσική και οικονομική, από τις γύρω κοινότητες καθώς οι καλλιεργητές κόκας θέλουν να αποφεύγουν τις επαφές, για να μην αποκαλύπτεται η δραστηριότητά τους. Η θέση των κοινοτήτων αυτών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, με κύριο εκείνον της οργάνωσής τους γύρω από την ασφάλεια του προϊόντος. Οι κοινότητες που καλλιεργούν κόκα, έχουν παραδοσιακά περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και κρατικούς φορείς. Περαιτέρω, περιβάλλονται από παράνομες ένοπλες ομάδες, που εκμεταλλεύονταιτη γη και τους ανθρώπους που ζουν εκεί.

paragwgi narkwtikwn k anisotites 1    paragwgi narkwtikwn k anisotites 2

 

Αντίθετα, στο Περού και στη Βολιβία, η καλλιέργεια κόκας συχνά ανθεί ανάμεσα σε αγροτικές περιοχές κοντά σε μικρές πόλεις και αγορές που συνδέονται επαρκώς με το υπόλοιπο μεταφορικό δίκτυο και τα οικονομικά συστήματα της χώρας. Και στις δύο χώρες, οι φυτείες κόκας συχνά βρίσκονται και σε απομακρυσμένες περιοχές, κοντά σε νόμιμες καλλιέργειες ή και σε γη με άγρια βλάστηση. Στο Περού, σημαντικός αριθμός φυτειών κόκας ανθεί σε υψίπεδα και σε περιοχές που ελέγχονται από το «Φωτεινό Μονοπάτι» ή τα υπολείμματά του. Η καλλιέργεια κόκας έως την περιοχή αυτή επεκτάθηκε εξαιτίας της εσωτερικής μετανάστευσης. Αγρότες που μετακινήθηκαν έξω από τις παραδοσιακές περιοχές καλλιέργειας της κόκας, άρχισαν να καλλιεργούν στις νέες περιοχές και έτσι επεκτάθηκε η καλλιέργεια.

2. ΕΛΛΑΔΑ

Ανάλογο παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η γνωστή υπόθεση των Ζωνιανών, που απασχόλησε για καιρό την κοινή γνώμη στην Ελλάδα από το 2007 και μετά. Στην περίπτωση αυτή, δεν έχουμε μία στατική κοινωνία όπώς στην Λ. Αμερική, αλλά μια κοινωνία σε έντονη διαδικασία συνολικής μεταβολής συνθηκών και υπερπροσφοράς ευκαιριών παρανομίας. Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν μια λύση σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο πλαίσιο ισχυρών τοπικών δικτύων εξουσίας, κατά τρόπο ώστε μια γενιά ανθρώπων (στο διάστημα δηλαδή 20-25 ετών) να εξοικειωθεί και να αναπτύξει την παρανομία, ως μέσο ένταξης στην καταναλωτική κοινωνία. Στα Ζωνιανά, όπώς και στο παράδειγμα της Λατινικής Αμερικής, οι αγρότες που ενεπλάκησαν στην υπόθεση αυτή (δικαστικά), ήταν άνθρωποι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, χαμηλή πρόσβαση σε υπηρεσίες, πλην ίσως αυτές των πελατειακών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την Ελληνική Επικράτεια και ειδικά τις απομακρυσμένες περιοχές. Στην περίπτωση αυτή, όπώς και σε περιοχές της Λατινικής Αμερικής που είδαμε προηγουμένως, οι άνθρωποι καλλιεργούσαν χασίς σε μέρη απόκρημνα μεν, αλλά και κοντά σε κάποιο οικιστικό αγροτικό ή ημιαστικό κέντρο. Αυτή η δραστηριότητα συνέβαινε, ενώ συνολικά επρόκειτο για μία κλειστή κοινωνία, όπου ο κράτος (υπηρεσίες πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης, αστυνομία κλπ.) είτε δεν είχε πρόσβαση είτε απουσίαζε. Στην περίπτωση των Ζωνιανών, όμως, ήταν ο ραγδαίος πλουτισμός, οι έντονες κοινωνικές ανισότητες και αντιφάσεις καθώς και οι γενικότερες περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες, τις οποίες βίωναν οι αγρότες, που τους μετέτρεψαν σε επαγγελματίες της παρανομίας (Βιδάλη, 2011).

Για την υπόθεση αυτή, βλέπετε το επέμενο απόσπαμα κειμένου από το άρθρο:

Σ. Βιδάλη, «Η κοινωνική αντίδραση στο έγκλημα και τα όρια της: ναρκωτικά και οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα». Χαλκιά, Α. (επιμ.), 2011, Η σύγχρονη εγκληματικότητα, η αντιμετώπιση της και η επιστήμη της Εγκληματολογίας-τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Ιάκωβο Φαρσεδάκη. Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη ( σσ 1751-1784).

Στο κείμενο που ακολουθεί στα σημεία με [...] τίθενται αντί των βιβλιογραφικών παραπομπών οι οποίες υπάρχουν στο πρωτότυπο και δεν αναφέρονται εδώ.

».....Η υπόθεση των Ζωνιανών αφορά τη συστηματική καλλιέργεια κάνναβης και παραγωγής χασίς, που αποκαλύφθηκε με αφορμή την επίθεση μερίδας κατοίκων της κοινότητας Ζωνιανών εναντίον κλιμακίου της αστυνομίας (με αποτέλεσμα το βαρύ τραυματισμό ενός αστυνομικού και τη μόνιμη βλάβη της υγείας του) στις 5/11/2007. Η υπόθεση αποτελεί ένα γενικότερο παράδειγμα για τις συνθήκες υπό τις οποίες (πολλά χρόνια πριν το περιστατικό αυτό),σε ένα περιβάλλον κοινωνικής υπανάπτυξης και σε μία εποχή πληθυσμιακής αποδιάρθρωσης (π.χ. κάτοικοι αναφέρουν ότι πριν το ’60 το χωριό ήταν πληθυσμιακά εύρωστο: «...πηγαίναμε πάνω από 200 παιδιά σχολείο». Η μετανάστευση που άρχισε το 1965 άδειασε το χωριό [....]) ομάδες αγροτο-κτηνοτρόφων μεταπήδησαν από τη νομιμότητα στην παρανομία σε συστηματική βάση και με οργανωμένο τρόπο, στο πλαίσιο των μετασχηματισμών της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας. Ταυτόχρονα είναι και ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ανάπτυξη της οικονομίας των ναρκωτικών, συναρτάται με συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, που εκτείνονται πέραν της εγκληματικής οργάνωσης. Στην παρούσα μελέτη θα αναλυθούν και οι δύο πτυχές του ζητήματος.

»....Η εμπλοκή με την παρανομία κατοίκων της κοινότητας και της περιοχής του ορεινού Μυλοποτάμου δεν είναι πρόσφατη. Πριν από την «επαγγελματοποίηση» της καλλιέργειας κάνναβης είχαν προηγηθεί φαινόμενα «διάχυτης» οικονομικής εγκληματικότητας, που συγκαλύφτηκαν, αντιμετωπίστηκαν αποσπασματικά ή δεν είχαν καμία συνέπεια (ατιμωρησία). Τα γεγονότα αυτά λειτούργησαν θετικά για την περαιτέρω εμπλοκή ομάδων πληθυσμού της περιοχής με την οικονομία των ναρκωτικών. Ως αιτίες για αυτή την πρώτη φάση παρανομίας αναφέρονται, οι προσπάθειες μερίδας των κατοίκων των ορεινών και ημιορεινών περιοχών να υπερβούν τις περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης που προσέφερε ο γεωγραφικός χώρος της ορεινής Κρήτης, ο βίαιος ανταγωνισμός ανάμεσα στις κοινότητες που εντεινόταν από το ισχυρό εθιμικό δίκαιο και τέλος, οι δυσλειτουργίες της αγροτικής πολιτικής.

»...Συγκεκριμένα, ήδη από τη δεκαετία του ’80, η προσπάθεια ισχυρών κτηνοτροφικών οικογενειών της περιοχής να επεκταθούν σε βοσκοτόπους με αυξημένη βοσκοϊκανότητα μέσω καταπατήσεων γης, δημιούργησε τριβές ανάμεσα σε γεωκαλλιεργητές των ημιορεινών και πεδινών περιοχών και σε κτηνοτρόφους [....] χωρίς, όμως, περαιτέρω συνέπειες για τους καταπατητές. Έτσι, ενισχύθηκε η εξουσιαστική ισχύς των τελευταίων [...]. Ακολούθησαν στη δεκαετία του ’90 οι συστηματικές απάτες σε βάρος της Ε.Ε. μέσω των δηλώσεων πλασματικών αριθμών αιγοπροβάτων και ελαιόδεντρων [...]. Οι δυσλειτουργίες κατά την εφαρμογή της αγροτικής πολιτικής [...], η έκταση των απατών, το μεγάλο χρονικό διάστημα διάπραξής τους στην περιοχή αλλά και η γενικότερη ανοχή σε αυτήν την κατάσταση [....], συνέτειναν ώστε πάλι να μην υπάρξουν αντιδράσεις και κυρώσεις για τους δράστες. Στη συνέχεια, μερίδα των κατοίκων επιδόθηκε στη συστηματική καλλιέργεια κάνναβης. Η αντικειμενική μεταβολή των συνθηκών (δηλαδή, η ελάττωση των επιδοτήσεων σε συνδυασμό με τη μεταβολή των ελεγκτικών διαδικασιών από την Ε.Ε.)... λειτούργησε καταλυτικά για τη μετάβαση κατοίκων των Ζωνιανών από τις απάτες στην οικονομία των Ναρκωτικών [....].

»...Η εξέλιξη αυτή επηρέασε τη δομή και την έκταση της εγκληματικότητας στην περιοχή η οποία προσέλαβε διαγεννεαλογικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η μετάβαση στην παραγωγή χασίς πλαισιώθηκε από ποιοτικές και ποσοτικές μεταβολές της εγκληματικότητας των παραγωγών. Φαινόμενα περιβάλλουσας την οικονομία των ναρκωτικών εγκληματικότητας παρατηρήθηκαν και στα Ζωνιανά, όπώς το παράνομο εμπόριο όπλων αλλά και η αύξουσα βία που συνοδεύει και τα δύο [...). Ήδη από το 1997 το χωριό αυτό θεωρούνταν «η πιο αρματωμένη περιοχή της Ευρώπης» και φέρεται, ότι κάθε μέλος οικογένειας είχε από ένα όπλο [...]. Σταδιακά η εγκληματικότητα των παραγωγών χασίς επεκτάθηκε στις πεδινές και παράλιες πόλεις, σε άλλους τομείς εγκληματικότητας, όπώς η προστασία, οι ληστείες κλπ. και τέλος η εμπορία κοκαΐνης [...]. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. εξάλλου, οι παραγωγοί είναι σήμερα και αυτοί χρήστες χασίς, ενώ οι νεότεροι από αυτούς είναι πολύχρήστες, μεταξύ άλλων εθισμένοι και στην κοκαΐνη εν γνώσει της τοπικής κοινωνίας [...]. Μία τυπική εξάλλου τεχνική της επέκτασης της εμπορίας κοκαΐνης (κυρίως όταν πρόκειται για μικρές (με διεθνή standards) αγορές, όπώς η ελληνική και για υπο-ανεπτυγμένες περιοχές), είναι η προώθηση της κοκαΐνης μέσω μεμονωμένων ατόμων, που πληρώνονται σε είδος, αφού σύντομα μετατρέπονται σε εξαρτημένους «μεταφορείς» ναρκωτικών [...].

»...Στα Ζωνιανά η εμπλοκή κατοίκων με το εμπόριο κοκαΐνης φέρεται ότι άρχισε από την αδυναμία των Ολλανδών (προς στους οποίους εξαγόταν το χασίς), να πληρώσουν το αντίτιμο σε χρήμα και έτσι το κατέβαλαν σε είδος [...]. Πρόκειται για μία «ανταλλακτική οικονομία», που είναι συνήθης πρακτική ανάμεσα σε παράνομα δίκτυα και δεν δημιουργεί προβλήματα στους εμπόρους, μια που το προϊόν απευθύνεται σε διαφορετικές αγορές [...]. Έτσι εξηγείται η εξάπλωση της κοκαΐνης ανάμεσα στους παραγωγούς ναρκωτικών και ειδικά των νεαρών, δεύτερης γενιάς παραγωγών. Ενδεχομένως, η εξάρτηση από την κοκαΐνη να εξηγεί και μέρος της παράλληλης βίαιης εγκληματικότητας, ειδικά τα προκλητικά και ριψοκίνδυνα εγκλήματα, όπώς οι ληστείες – αρπαγές των ΑΤΜ Τραπεζών (μεταξύ 2006 και 2007). Είναι επίσης αξιοσημείωτο, ότι αυτή η «δεύτερη γενιά παραγωγών», είναι οι απόγονοι των χωρικών, οι οποίοι είχαν αρχικά αναμειχθεί με τις απάτες σε βάρος της Ε.Ε., αν κρίνουμε από τις ηλικίες των συλληφθέντων (βλ. επομ.), δηλαδή, τα παιδιά που εξαιτίας της παρανομίας μεγάλωσαν εν μέσω μιας επίπλαστης ευημερίας.

»...Σύμφωνα με τα στοιχεία της Απογραφής του 2001, η περιοχή διακρίνεται από την εξαιρετικά έντονη παρουσία νεανικού πληθυσμού. Στα Ζωντανά επί 1249 μονίμων κατοίκων, οι 776 ήταν ηλικίας 0-34 ετών (62%) ενώ το 35% (439) του συνόλου ήταν ανήλικοι ή στα όρια της ενηλικίωσης (0-19 ετών). Το 10% του μόνιμου πληθυσμού περίπου ήταν 15-19 ετών. Αυτή η ομάδα σήμερα [σημ συγγραφ. 2011] θα είναι μεταξύ 23-27 ετών και από αυτήν προέρχεται η μεγάλη πλειονότητα των κατηγορουμένων. Πρόκειται για τα παιδιά που μεγάλωσαν με έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και ανισότητες, δηλαδή, τα παιδιά των κατοίκων που αποκόμισαν κέρδη από τις επιδοτήσεις. Το πιο εντυπώςιακό από όλα είναι ότι τόσο στα Λιβάδια, όσο και στα Ζωνιανά, ο αριθμός των ατόμων σε ηλικίες μετά τα 34 μειώνεται δραματικά, σύμφωνα με τα στοιχεία. Επομένως δεν είναι μόνο ότι οι νέοι υπερεκπροσωπούνται στον συνολικό πληθυσμό του χωριού, αλλά και ότι η παρουσία παραγωγικών ηλικιών φθίνει: οι γονείς λοιπόν αυτών των νεαρών πληθυσμιακά ομάδων μάλλον απουσιάζουν το 2001 ή πρόκειται για πολυμελείς πυρηνικές οικογένειες. Στα Ζωνιανά πάντως, επί 322 νοικοκυριών καταγράφηκαν 289 πυρηνικές οικογένειες το 2001 [...]. Πάντως σύμφωνα με στοιχεία από την ΕΛΑΣ, από την ανάλυση του συνόλου των δικογραφιών (560) που σχηματίστηκαν σε βάρος «αγροτοκτηνοτρόφων» της Κρήτης (271 κατηγορηθέντα άτομα και 289 άγνωστοι) από το 1990 έως τις αρχές του 2006, οι χασισοκαλλιεργητές της Κρήτης είναι άνδρες, κατά κανόνα 35 ετών, οικογενειάρχες, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και οι περισσότεροι χρήστες οι ίδιοι ινδικής κάνναβης και όλοι έχουν νόμιμες δραστηριότητες (αγρότες ή κτηνοτρόφοι), δηλαδή απασχόληση που δεν προκαλεί υποψίες για την ενασχόλησή τους και με τις συγκεκριμένες δραστηριότητες που απαιτεί η χασισοκαλλιέργεια. Από τους συλληφθέντες 33 άτομα ήταν κάτω των 25 ετών [...].

»....1. Οι παραγωγοί.
Η εμπλοκή με το έγκλημα και η διαδικασία επαγγελματοποίησης της εγκληματικής δράσης είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο διαμορφώνεται υπό την συγκλίνουσα επίδραση πολλών επιμέρους δομικών κοινωνικο-οικονομικών, αλλά και ατομικών-βιωματικών παραγόντων. Ως προς το τελευταίο, στην περίπτωση των Ζωνιανών, οι τεχνικές δεξιότητες και επαγγελματική ηθική και δεοντολογία [....]σε μεγάλο βαθμό προϋπήρχαν ανάμεσα στους καλλιεργητές χασίς, καθώς πρόκειται για αγροτικό πληθυσμό με έντονη πολιτισμική κληρονομιά. Έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία να εξετασθούν οι δομικοί παράγοντες, οι οποίοι συνέβαλλαν, ώστε αυτές οι δεξιότητες αλλά και οι εθιμικοί κανόνες που ρύθμιζαν τις κοινωνικές σχέσεις να μετεξελιχθούν σε μια εγκληματική νοοτροπία και τεχνογνωσία και σε στάσεις εχθρότητας-άρνησης του νόμου. Από την υπόθεση των Ζωνιανών ξεχωρίζουν τρεις κυρίως παράγοντες που επηρέασαν την εξέλιξη αυτή: ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι συνέπειές του, οι τοπικές ομάδες εξουσίας και τέλος, το εθιμικό δίκαιο και τα πατροπαράδοτα αξιακά πρότυπα.

»...α) Κοινωνικός αποκλεισμός (φτώχεια) και εγκληματικότητα.

Ο συνδυασμός κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού σε μία περίοδο αλλαγών είναι ιδιαίτερα κρίσιμος για την αρχική ροή προς την παρανομία, όπώς συνέβη στην περίπτωση των Ζωνιανών. Ειδικότερα, οι διαφορετικοί ρυθμοί με τον οποίο αναπτύχθηκαν οικονομικά και κοινωνικά οι ορεινές περιοχές της Κρήτης σε σύγκριση με τις πεδινές, δημιούργησαν τοπικές κοινωνίες δύο ταχυτήτων και εκτίναξε τη μεταξύ τους ανισότητα. Η προστατευτική πολιτική που ακολουθήθηκε μέσω και της ενίσχυσης από την Ε. Ε,. μετέτρεψε τον προστατευτισμό από εργαλείο αναπτυξιακής πολιτικής σε εργαλείο διαχείρισης της υπανάπτυξης [...]. Διαμορφώθηκαν έτσι οι συνθήκες απομάκρυνσης από τη νομιμότητα. Όμως από τη μεριά των χωρικών δεν πρόκειται για μία ορθολογική επιλογή [...] όπώς σε πρώτο επίπεδο θα μπορούσε να υποτεθεί: η ορθολογική επιλογή προϋποθέτει και μία εναλλακτική δυνατότητα επιλογής ή ότι οι άνθρωποι επιλέγουν ανεπηρέαστα και πάντα το καλύτερο για αυτούς [...]. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται στο ‘τεχνικό’ μέρος ενός εγκληματικού γεγονότος. Αντίθετα, στην περίπτωση των Ζωνιανών η αρχική ροή προς την παρανομία (καταπάτηση βοσκοτόπων), αποτέλεσε μία ‘ομαδική’ και ίσως μοναδική λύση σε ζητήματα δομικής φτώχειας και σε συγκεκριμένη συγκυρία. Η ευρεία απήχηση ανοχή που συνάντησαν τα εγκλήματα αυτά, αλλά και οι απάτες σε βάρος της Ε.Ε. που τα διαδέχθηκαν [...], δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες, ώστε η παρανομία να προσλαμβάνεται περίπου ως ‘αυτονόητη’ κοινωνική πρακτική. Αυτοί που κέρδιζαν από την παρανομία δεν ήταν μόνο οι αγροτο-κτηνοτρόφοι που τη διέπρατταν, αλλά και τα δίκτυα που τη στήριζαν διατηρώντας έτσι την υπανάπτυξη στην περιοχή. Υπό αυτήν την έννοια ο προστατευτισμός αποτέλεσε, όμως, και ένα εργαλείο διαχείρισης και διατήρησης της υπανάπτυξης.

»...Ειδικότερα, η αποβιομηχάνιση και η χαμηλής ανταγωνιστικότητας αγροτική παραγωγή όπώς αυτές που επικράτησαν από τη δεκαετία του 80, οδηγούν σε υψηλά ποσοστά ανεργίας το πλεονάζον εργατικό δυναμικό του αγροτικού τομέα [...] και οξύνουν τις κοινωνικές ανισότητες σε τοπικό επίπεδο. Τα χαμηλά εισοδήματα από τις αγροτικές εργασίες και τα πολύ υψηλά ποσοστά φτώχειας που εμφανίζει ο αγροτικός πληθυσμός στην Ελλάδα [...], σε συνδυασμό με τη μεγάλη σημασία που έχουν τα οικογενειακά δίκτυα για την παροχή κοινωνικής προστασίας στα μέλη τους... επιδρούν στην έντονη εξουσιαστική ικανότητα τέτοιων δικτύων που συγκροτούνται ως οιονεί ομάδες συμφερόντων.

»... Στα Ζωνιανά αυτές οι συνθήκες ενδυνάμωσαν την εξουσιαστική ισχύ των οικογενειακών δικτύων (όπώς και αλλού στην Ελλάδα), τα οποία επιβράβευαν, αξιοποιούσαν και διατηρούσαν τις πατροπαράδοτες πατριαρχικές σχέσεις ως κυρίαρχο μέσον ρύθμισης της κοινοτικής ζωής [...]. Τα πρότυπα κύρους, όπώς το ‘κόζι’, η σχέση των ανδρών με τα όπλα, οι κουμπαριές κλπ., που αναπαράγονταν υπό αυτές τις συνθήκες, κατέληξαν, να αποτελούν όψεις της κοινωνικής (σημ. Το κόζι είναι οι γνωριμίες του ατόμου και εμπερικλείει υλικές συνθήκες και συμβολικές συνιστώσες ενός προσώπου, ενώ συνιστά βασική προϋπόθεση της τοπικής πολιτικής [...]) υπανάπτυξης, η οποία αποτυπώνεται στο χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και τον υψηλό βαθμό σχολικής διαρροής [...], στην υπάλληλη θέση της γυναίκας στην κοινότητα και στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση των ανηλίκων (πρώιμη ηλικία γάμου των κοριτσιών από τα 15, «εκπαίδευση» των αγοριών στα όπλα και σε επιδείξεις καταξίωσης και κύρους μέσω της αγοράς πολυτελών ΙΧ, επιδεικτική σπατάλη χρημάτων [...]. Τα προαναφερθέντα αποτυπώνουν επιπλέον τις κοινωνικές αντιφάσεις που δημιούργησε η εμπλοκή με την παράνομη οικονομία.

»...Όλα αυτά, προσχηματικά μόνο μπορούν να συνδεθούν με τα τοπικά ήθη και έθιμα. Αντίθετα, είναι ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο, εκεί όπου η νομιμότητα κατέληγε να μην προσφέρει καμία διέξοδο στους ανθρώπους, ειδικά στους νέους, οι παραδοσιακές πρακτικές και αξίες προσαρμόστηκαν στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς και κυρίως, στις ανάγκες της οικονομίας των ναρκωτικών. Έτσι δημιουργήθηκε μία εσωστρεφής και ομοιογενής κοινότητα -«ξένος δεν υπάρχει στο χωριό» έλεγαν οι κάτοικοι, [...]-, για την οποία, ενώ η παρανομία αποτέλεσε αρχικά μία «λύση - διέξοδο», στη συνέχεια κατέστη ένα ‘αυτονόητο επάγγελμα’ για μία μερίδα του νεαρότερου ανδρικού πληθυσμού, που «....καλλιεργούν χασίς για να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες και για βιοπορισμό...», [...], υπό την επίδραση και των νέων προτύπων άμεσου και εύκολου πλουτισμού [...]. Αυτή η επαγγελματοποίηση όμως, δεν ήταν πια αποτέλεσμα φτώχειας, αλλά σχετικής αποστέρησης [...] Ο ραγδαίος πλουτισμός, με τον οποίο συνδυάστηκε η προσαρμογή στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς μέσω των ναρκωτικών, είχε καταστροφικά αποτελέσματα: μια γενιά νέων σήμερα αγροτών με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και υψηλή οικονομική ευρωστία διαπαιδαγωγήθηκε σε πρότυπα κύρους και βιοπορισμού [...], που συνδέονται με την αυθαίρετη δύναμη του ισχυρού (όπλα και χρήμα), την ιδέα της εχθρότητας απέναντι στο νόμο και την ατιμωρησία.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.