Οι φυλές του δρόμου

[Βλ.σε βιβλιογραφία Βιδάλη, Σ., 2013]


1. Για λόγους τιμής : Υποπολιτισμοί βίας.

Ένα από τα εμβληματικά έργα στο πεδίο των θεωριών της μάθησης, είναι το έργο των Marving Wolfgang και Franco Ferrauti (1967) με τίτλο Subculture of Violence, βασισμένο στην έρευνα που εκπόνησαν στο κέντρο της Φιλαδέλφειας, με την οποία μελέτησαν τη βία ως στοιχείο υποπολιτισμικών προτύπων συμπεριφοράς. Η θεωρία περί υποπολιτισμού της βίας προέκυψε από τη διαπίστωση των δυσανάλογα υψηλών τιμών βίας που καταγράφονταν μεταξύ των αφρο-αμερικανών και την έρευνα σε αυτές τις ομάδες. Οι τιμές αυτές αποδόθηκαν από τους Wolfgang και Ferracuti σε έναν υποπολιτισμό βίας που υπάρχει μεταξύ των αφρο-αμερικανών στις Η.Π.Α.

Ο «υποπολιτισμός της βίας» όπώς τον εννοούν οι δύο συγγραφείς, αναφέρεται σε εγκλήματα βίας και ειδικά σε ανθρωποκτονίες, που απορρέουν από συγκρούσεις μεταξύ υποπολιτισμών και κυρίαρχου πολιτισμικού συστήματος. Πρόκειται για υπο-πολιτισμικά συστήματα που δίνουν ιδιαίτερη αξία στην ‘τιμή- υπόληψη’ και σε άτυπους κανόνες που η παραβίασή τους επιφέρει τιμωρία, η δε συμμόρφωση με αυτούς, επιβράβευση και κύρος, ενώ παράλληλα επιβάλλει συγκεκριμένους τύπους αναμενόμενης συμπεριφοράς.
Το ενδιαφέρον στη θεωρία αυτή είναι ότι πρόκειται για υποπολιτισμούς που αναπτύσσονται μεταξύ κυρίως των νέων στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά τυπικές εκδοχές τέτοιων φαινομένων μπορούν να βρεθούν, υποστηρίζουν οι Wolfgang και Ferracuti, ακόμα και σε αγροτικές περιοχές όπώς είναι η Σαρδηνία κλπ., ενώ έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες που συνδέονται με συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Οι δύο συγγραφείς αναφέρονται στο ζήτημα μιας εκδοχής της βεντέτας. Ανάμεσα στο σύνολο των ανθρωποκτονιών, αυτές οι ανθρωποκτονίες είναι που αποκαλύπτουν έναν υπο-πολιτισμό βίας. Η επίδραση του υποπολιτισμού αυτού, όπώς προκύπτει από μεταγενέστερες μελέτες, παραμένει ενεργή ακόμα και όταν οι συνθήκες αυτές εξαφανίζονται καθώς αυτές οι αξίες, τα πιστεύω και οι άτυποι κανόνες συμπεριφοράς μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, ως ένα συνολικό σύστημα ιδεών (βλ. σε Vold, et al., 52002: 166).

Οι βασικές θέσεις της θεωρίας αυτής είναι (Wolfgang Μ.Ε., Ferracuti, F., 1967: 159-160):

  1. Κανένας υποπολιτισμός δεν μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός ή σε σύγκρουση με την κοινωνία της οποίας αποτελεί μέρος (ό.π. 159-160).
  2. Για να εμπεδωθεί η ύπαρξη ενός υποπολιτισμού βίας, δεν είναι αναγκαίο οι δρώντες που μετέχουν σε αυτά τα βασικά αξιακά στοιχεία να εκφράζονται βίαια σε όλες τις καταστάσεις. Το κανονιστικό σύστημα υποδεικνύει ότι σε μερικούς τύπους κοινωνικής αλληλεπίδρασης, η βία και η σωματική επιθετική αντίδραση είναι αναμενόμενη ή επιβάλλεται από όλα τα μέλη του υποπολιτισμού, που μετέχουν σε αυτό το αξιακό σύστημα.
  3. Η εν δυνάμει προσφυγή ή η επιθυμία προσφυγής στη βία σε μια πληθώρα καταστάσεων, τονίζει τον διεισδυτικό και εκτεταμένο χαρακτήρα αυτού του πολιτισμικού θέματος. Δείχνει, δηλαδή, τον βαθμό αφομοίωσης των αξιών του υπο-πολιτισμικού συστήματος.
  4. Στο υπο-πολιτισμικό έθος της βίας μπορεί να μετέχουν όλες οι ηλικίες σε μία υπο-κοινωνία, αλλά είναι περισσότερο δημοφιλές σε μία περιορισμένη ηλικιακή ομάδα μεταξύ εφηβείας και μέσης ηλικίας.
  5. Ο αντι-κανόνας είναι η μη βία. Η παραβίαση του κανόνα της αναμενόμενης και απαιτούμενης βίας, οδηγεί με μεγάλη πιθανότητα στον εξοστρακισμό από την ομάδα.
  6. Η ανάπτυξη ευνοϊκών στάσεων απέναντι στη χρήση βίας σε ένα υπο-πολιτισμικό σύστημα, συνήθως εμπλέκει εκμάθηση συμπεριφορών και μία διαδικασία διαφοροποιημένης εκμάθησης, συναναστροφής ή ταύτισης.
  7. Η χρήση βίας σε ένα υπο-πολιτισμικό σύστημα, δεν θεωρείται αναγκαστικά ως παράνομη συμπεριφορά και αυτοί που τη χρησιμοποιούν δεν έχουν να αντιμετωπίσουν αισθήματα ενοχής για την επίθεσή τους. Η βία μπορεί να γίνει μέρος του τρόπου ζωής (life-style), ένας τρόπος μέσω του οποίου λύνονται δύσκολα ζητήματα ή προβληματικές καταστάσεις. Όταν αυτός που δέχεται την επίθεση, βλέπει τους επιτιθέμενους ως φορείς του ίδιου τύπου επίθεσης που ο ίδιος αντιπροσωπεύει, η βίαιη αντεκδίκηση είναι άμεσα νομιμοποιημένη από μία συγκεκριμένη λογική κατά περίπτωση, όπώς και από τη γενικά κανονιστική υποστήριξη της βίας.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο υποπολιτισμός της βίας είναι μέρος της κοινωνίας. Η συναίνεση σε αυτόν τον υποπολιτισμό δεν είναι ζήτημα επιλογής, πόσο μάλλον ορθής λογικής, καθώς πολλοί γεννιούνται μέσα σε αυτό το αξιακό σύστημα. Ωστόσο, είναι οι περισσότερο παραγωγικές ηλικίες που μετέχουν σε αυτό το σύστημα βίας. Ο υποπολιτισμός αυτός αυτο-συντηρείται μέσω ενός απόλυτου και αυθόρμητου συστήματος επιβολής μιας και μοναδικής κύρωσης, δηλαδή του εξοστρακισμού από την ομάδα, σε περίπτωση που κάποιος δεν θέλει να προσφύγει στη βία. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα προοδευτικό εναλλακτικό σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, αν και η εμπλοκή με τη χρήση βίας δεν γίνεται στον ίδιο βαθμό για όλους. Κατά συνέπεια, στο υπο-πολιτισμικό σύστημα όπώς περιγράφεται, η βία αποτελεί φυσική αντίδραση, μία νομιμοποιημένη κανονικότητα, και έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος.
Όπώς αναφέρουν οι Vold et al. (ό.π.: 167), αυτά τα υπο-πολιτισμικά συστήματα αποκτούν ‘μία δική τους ζωή’. Κάθε άτομο μπορεί να αντιδράσει σε μία κατάσταση βίαια, επειδή περιμένει ότι και ο άλλος θα αντιδράσει έτσι, έστω και εάν κανένας από τους δύο δεν επιδοκιμάζει τη βία. Επειδή ακριβώς οι συνθήκες που εξέθρεψαν τέτοια συστήματα έχουν εξαφανιστεί, είναι δυνατή η αντιμετώπιση του υποπολιτισμού της βίας στα αστικά κέντρα σύμφωνα με τους Wolfgang και Ferracuti, εάν επιχειρηθεί η αποδιάρθρωση αυτών των ιδεολογικών υποσυστημάτων μέσω, για παράδειγμα, της διασποράς των εγκαταστάσεων των κοινωνικών κατοικιών σε διάφορα μέρη της πόλης παρά την συγκέντρωσή τους στο κέντρο της (Wolfgang Μ.Ε.Ferracuti, F., ό.π: 299).

2. Ο Κώδικας του δρόμου: Το ghetto.

Η έρευνα στις γειτονιές των Αφρο-Αμερικανών στο κέντρο της Φιλαδέλφειας των Ηνωμένων Πολιτειών το 1998, οδήγησε τον Elijah Anderson στη διατύπώςη της υπο-πολιτισμικής θεωρίας του «κώδικα του δρόμου» (code of the streets). Ο κώδικας αποτελεί ένα πλαίσιο άτυπων κανόνων συμπεριφοράς αλλά και απάντησης /αντίδρασης σε προκλήσεις και αναφέρεται ως κώδικας επιβίωσης στο δρόμο σε συνθήκες κοινωνικής υποβάθμισης, συνδέεται δε με το αξιακό σύστημα των κατώτερων κοινωνικά τάξεων, ως αντίδραση στην απομόνωση και στην αλλοτρίωση που βιώνουν.

Συγκεκριμένα, η αποβιομηχάνιση της περιοχής, η συγκέντρωση υψηλής ανεργίας στο κέντρο της πόλης, οι περιορισμένες κοινωνικές παροχές και βοηθήματα, η απουσία προοπτικής εύρεσης νόμιμης εργασίας, η πληθώρα ευκαιριών παράνομης εργασίας, η υπερ-προσφορά ναρκωτικών και όπλων, τα υψηλά ποσοστά βίας και εγκληματικότητας διαμόρφωσαν συνθήκες απομόνωσης και αλλοτρίωσης για τους κατοίκους της περιοχής αυτής, μία κατάσταση που είναι κοινή σε όλα σχεδόν τα μεγάλα αστικά κέντρα του κόσμου, που υποβάλλονται σε παρόμοιες συνθήκες. Επιπλέον, η πλήρης έλλειψη εμπιστοσύνης και πίστης στο ποινικοκατασταλτικό σύστημα, οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας μεθοδολογίας ψυχολογικής, κοινωνικής και βιολογικής επιβίωσης που συνοψίζεται σε έναν «κώδικα του δρόμου». Στο πλαίσιο αυτό, οι αξίες και οι κώδικες συμπεριφοράς της μεσαίας τάξης στις περιοχές αυτές, δεν έχουν κανένα πρακτικό αντίκρισμα στο δρόμο (Anderson, E., 1998: 80).

Ο «κώδικας του δρόμου» αποτελεί έναν άτυπο τρόπο ρύθμισης της βίας με άμεσο, έμμεσο, λεκτικό και εξωλεκτικό τρόπο.

Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία μαθαίνουν να ‘πολεμούν’ καθώς η έλλειψη γονικής επιτήρησης και μέριμνας έχει ως αποτέλεσμα πλήθος περιφερόμενων παιδιών στους δρόμους. Η μάθηση δεξιοτήτων επιβίωσης έρχεται μέσα από την επαφή με άλλους συνομήλικους. Δεν είναι μόνο τα παιδιά των οικογενειών του δρόμου, αλλά και εκείνα των «καθώς πρέπει» οικογενειών που μυούνται σε αυτό το υπο-πολιτισμικό σύστημα (γνώση του δρόμου). Για τα τελευταία, η επαφή με τα παιδιά του δρόμου εξασφαλίζει την επιβίωση στο δρόμο καθώς το θράσος και η επίδειξη ψυχραιμίας είναι πολύ σημαντικότερα από το να ξέρει κάποιος να μάχεται, επειδή έτσι μπορεί να αποφύγει την μάχη (Anderson, E., 1998, ό.π.: 82). Ωστόσο, τα παιδιά των «καθώς πρέπει οικογενειών» χρησιμοποιούν αυτούς τους κώδικες όταν χρειάζεται και όχι σε όλες τις συνθήκες. Αντίθετα, τα παιδιά του δρόμου χρησιμοποιούν αυτούς τους κώδικες πάντοτε.

Κεντρικό ζήτημα του κώδικα του δρόμου είναι ο σεβασμός (respect) από τους άλλους, «που δύσκολα κερδίζεται και εύκολα χάνεται» (Anderson, E., ό.π.: 80-81). Η έλλειψη σεβασμού, όμως, μπορείγια παράδειγμα να αποτελεί ένδειξη των προθέσεων του άλλου ότι το άτομο πρόκειται να δεχθεί επίθεση.

Σύμφωνα με τον κώδικα του δρόμου, είναι κρίσιμο να μπορεί να μεταδώσει κάποιος την προδιάθεσή του για βία, τη βούληση και την ικανότητά του να προκαλέσει χάος και αντάρα, ώστε να απομακρύνει την πιθανή επίθεση (Anderson, E., 1998: 88). Το ντύσιμο, οι κινήσεις, η ομιλία, όλα αυτά δεν αποτελούν απλά life style ή μόδα, αλλά δημιουργούν μια εμφάνιση που είναι «σχεδιασμένη για να αποτρέψει προβλήματα προτού συμβούν» (Anderson, E., 1998: 89). Μέσα από αυτές περίπου τις συνθήκες βιώνουν την εφηβεία και την ενηλικίωσή τους οι νέοι των περιοχών αυτών. Ο Anderson θεωρεί ότι καταλυτικό ρόλο για την κατάσταση αυτή έχουν οι κοινωνικές δομικές συνθήκες που επικρατούν(Vold, 169-171, Anderson, E.: 1999).

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.