Παγκοσμιοποίηση

Ναρκωτικά και παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος

Σύντομη Ιστορία της παγκοσμιοποίησης

Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ενώ από τη μια πλευρά το κράτος ευημερίας φθάνει στην ακμή του στην Ευρώπη, από την άλλη ανακύπτουν δύο φαινόμενα άμεσα συναρτημένα με την τεχνολογική εξέλιξη. Πρώτον, η μετεγκατάσταση της έδρας των πολυεθνικών εταιρειών και ολόκληρων παραγωγικών μονάδων στον Τρίτο Κόσμο και τη Λατινική Αμερική ανέτρεψε την ισόρροπη ανάπτυξη που υπήρχε μεταξύ κοινωνικού κράτους και οικονομίας. Στις χώρες αυτές μετεγκαταστάθηκαν οι βιομηχανίες χάλυβα, σιδήρου, τα ναυπηγεία, η υφαντουργία και οι βιομηχανίες ένδυσης, υπόδυσης κλπ. Δημιουργήθηκαν χιλιάδες θυγατρικές εταιρείες σε χώρες του Τρίτου Κόσμου και σε πολύ μικρές χώρες, οι οποίες πρόσφεραν φορολογικές ελαφρύνσεις και απαλλαγές έναντι επενδύσεων στην περιοχή τους. Με αυτή την εξέλιξη άρχισε η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Αιτία για τη μετανάστευση των βιομηχανικών παραγωγικών μονάδων από τις Η.Π.Α. ήταν η φορολογία της βιομηχανικής παραγωγής για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους και βέβαια η «ανακάλυψη» του φθηνού εργατικού δυναμικού στον Τρίτο Κόσμο. Στις Η.Π.Α. το φαινόμενο αυτό είχε ήδη αναπτυχθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, αλλά και στην Ευρώπη στο τέλος της ίδιας δεκαετίας τα σημάδια του ήταν σαφή. Δεύτερον, η εισαγωγή της υψηλής τεχνολογίας και του αυτοματισμού στα εργοστάσια ανέτρεψε τις ισορροπίες και τον καταμερισμό εργασίας που είχε, εκτός των άλλων, συνέπειες στην έκρηξη της ζήτησης εξειδικευμένου προσωπικού. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε από τη μία ένα πλεονάζον εργατικό δυναμικό (που πέρασε στην ανεργία) και συνέβαλε στην αποβιομηχάνιση των δυτικών βιομηχανικών αστικών κέντρων. Από την άλλη, δημιουργήθηκαν νέοι τομείς οικονομίας (υπηρεσίες κλπ.).

Οι πολυδιάστατες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης. Εκτός από τον κατακερματισμό στην παραγωγή ενός προϊόντος και τις αλλαγές στον κόσμο της εργασίας και τη δομή της βιομηχανικής μονάδας και του αστικού χώρου, η παγκοσμιοποίηση συνέβαλε στην απαγκίστρωση των οικονομιών των εκατοντάδων μικρών κρατιδίων από τον έλεγχο των αναπτυγμένων χωρών, μέσω και των offshore χρηματοδοτήσεων που ενίσχυσαν τις μικρές εθνικές τους οικονομίες. Η μετεγκατάσταση των βιομηχανιών λειτούργησε ως χιονοστιβάδα καθώς είχε συνέπειες στα έσοδα του κράτους και επομένως στις κοινωνικές δαπάνες που άρχισαν να περικόπτονται. Κατά συνέπεια, με τον καιρό το εργατικό δυναμικό που «εκτοπιζόταν» από την αγορά εργασίας έμενε χωρίς το πλαίσιο συνδρομής που το κοινωνικό κράτος είχε δημιουργήσει. Έτσι ο κόσμος της εργασίας χωρίστηκε σε αυτούς που είχαν τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στον πλούτο και σε όσους δεν είχαν.

Η αυξανόμενη διεθνοποίηση των κεφαλαίων μέσω των πολυεθνικών εταιρειών, ο νέος διεθνής καταμερισμός εργασίας και η ανάπτυξη διεθνικών χρηματοδοτικών φορέων (offshore finance) δημιούργησαν το φαινόμενο της υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου έξω από τον έλεγχο του κράτους. Οι Offshore εταιρείες ή υπεράκτιες εταιρείες είναι εταιρείες χρηματοδοτικών υπηρεσιών οι οποίες συστήνονται με αφανή ως προς την προέλευσή τους κεφάλαια, πράγμα που επιτρέπεται από τις νομοθεσίες ορισμένων κρατών και επομένως την αποδέσμευση του κεφαλαίου από το κράτος. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, όπώς ονομάστηκε το φαινόμενο, οδήγησε στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή στην ουσία σε μία οικονομία «χωρίς πατρίδα», που έθεσε το κράτος υπό τον έλεγχό της.Αυτό σήμαινε την αύξουσα εξάρτηση των εθνικών οικονομιών από το επιχειρηματικό κεφάλαιο καθώς τα αιτήματα απέναντι στην εταιρεία κρίνονταν με βάση το συμφέρον της εταιρείας, γεγονός που «εξίσωνε» τις ενώπιόν της απαιτήσεις του κράτους καταγωγής της με εκείνες των άλλων κρατών στα οποία είχε επενδύσει. Άλλαξε έτσι η ισορροπία των εξαγωγών, μειώθηκαν τα έσοδα του κράτους και το κεϋνσιανό μοντέλο της ισόρροπης και παράλληλης ανάπτυξης του κεφαλαίου, της μαζικής κατανάλωσης, της κοινωνικής προστασίας και των εργατικών ημερομισθίων. Στο εξής, θα είναι η οικονομία που θα «καθορίζει ή μάλλον θέτει όρια στη δράση ακόμα και των οικονομιών πολύ μεγάλων και πανίσχυρων κρατών». Παράπλευρη συνέπειά της ήταν ανάμεσα στα άλλα η «έκρηξη» της παράνομης οικονομίας και ο πολλαπλασιασμός των ανεξέλεγκτων παραοικονομιών, που απορροφούσε σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού. Οι δομικές αυτές αλλαγές στην οικονομία, από τη μία δημιούργησαν το νέο πλαίσιο απασχόλησης (μερική απασχόληση, ανταγωνιστικότητα και ευελιξία στο επάγγελμα) και από την άλλη έφεραν μία «υπερθέρμανσή» της στις αρχές του ’70: αύξηση της παραγωγής, αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς χρήματος, άνοδος του πληθωρισμού, αύξηση των ελλειμμάτων στις Η.Π.Α. Το 1974 ξέσπασε η τεράστια οικονομική κρίση που κατέληξε σε κραχ, το οποίο έδωσε τέλος σε μια ολόκληρη εποχή. Η μαζική ανεργία εισέβαλε στην Ευρώπη στα μέσα της δεκαετίας του ’70, καθώς «ξαφνικά έπαψαν να υπάρχουν δουλειές για όλους». Με αυτό τον τρόπο, ήρθε ξανά στο προσκήνιο το κοινωνικό ζήτημα ως δευτερογενής συνέπεια της αποβιομηχάνισης της Δύσης, αλλά και το ζήτημα της ασφάλειας.Στις αρχές του 21ου αιώνα και αφού είχε προηγηθεί ραγδαία η ανάπτυξη της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς που έδωσε νέα ώθηση στο οργανωμένο έγκλημα, προέκυψε με δραματικό τρόπο το ζήτημα της τρομοκρατίας.«... Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2001, και ότι ακολούθησε (επιθέσεις στο μετρό του Λονδίνου, στη Μαδρίτη) άλλαξαν τα δεδομένα στο τοπίο της αντεγκληματικής πολιτικής. Δικονομικές εγγυήσεις και πολιτικές ελευθερίες τέθηκαν σε κρίση. Η αστυνομία τείνει όλο και περισσότερο να λειτουργεί κατά τα στρατιωτικά πρότυπα σε περιβάλλον πόλης, τα δικαιώματα των πολιτών τίθενται υπό συστηματική αμφισβήτηση, όταν δεν καταργούνται, ενώ το νέο πρόταγμα της Ασφάλειας αποτελεί έως και σήμερα το βασικό επιχείρημα της αντεγκληματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο φόβος του εγκλήματος, η αυστηροποίηση της ποινικής καταστολής, η εγκληματικότητα του δρόμου, το οργανωμένο έγκλημα η διαφθορά, συνδέθηκαν όλα συνεκτικά με μία ευθεία γραμμή καθώς θεωρείται ότι το ένα συνδέεται με το άλλο[..]

[...] Αυτές οι εξελίξεις όμως δεν προέκυψαν εν κενώ, αλλά στο πλαίσιο μίας σειράς από μεταβολές που έχουν συμβάλλει, ώστε πράγματι να μην υπάρχουν στεγανά, ούτε ανάμεσα στις διάφορες μορφές και τα επίπεδα εγκλήματος ούτε τοπικά όρια της εγκληματικής δράσης. Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος και ειδικά του οργανωμένου και του οικονομικού εγκλήματος σε συνδυασμό με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας (ειδικά της πληροφορικής τεχνολογίας) και την επέκταση της ελεύθερης αγοράς στην οικονομία... έχουν αλλάξει το τοπίο της εγκληματικότητα. Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος (Becucci, S., Massari, M. 2003, σ. 59 επ.) αναφέρεται σε εκείνη τη διαδικασία μέσω της οποίας ένα εγκληματικό «περιστατικό» διαπράττεται και ολοκληρώνεται σε διάφορα στάδια, τα οποία πραγματώνονται σε διαφορετικές χωρικές περιοχές, όχι μέσα στο ίδιο κράτος, αλλά «διέρχεται» από διάφορα κράτη ή και Ηπείρους. Η διαδρομή αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, αλλά και τα κέρδη που αποκομίζονται και επενδύονται σε offshore εταιρείες. Πρόκειται για φαινόμενα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα σε όλες τις μορφές του. Τυπικά παραδείγματα αυτής της εξέλιξης συνιστούν η εμπορία ανθρώπων, το εμπόριο ναρκωτικών κλπ. όπώς και η διαφθορά, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κλπ.

Η παγκοσμιοποίηση κατά βάση προέκυψε από την κατάργηση των χωρικών και νοητών ορίων ελέγχου της κίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και πραγμάτων. Η διασύνδεση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την εγκληματικότητα, κατ’ αρχήν παραπέμπει στο οργανωμένο έγκλημα και εξηγείται μέσα από τέσσερις διαφορετικές προσεγγίσεις (Becucci, S., Massari, M. 2003, ό.π. σ. 60 επ.) ως ακολούθως:

-Η πρώτη προσέγγιση θεωρεί την ανάπτυξη της διεθνικής εγκληματικότητας, φυσικό επακόλουθο των γενικότερων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών μεταβολών, δηλαδή της κατάργησης των συνόρων και ελέγχων ανάμεσα στα κράτη, της απελευθέρωσης και διεύρυνσης της αγοράς και τη διάδοση της ευρείας χρήσης σύγχρονων τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, από την εξέλιξη αυτή δεν επωφελήθηκαν μόνο οι νόμιμοι παράγοντες, αλλά και οι παράνομοι (Williams, Savona, 1996).

-Η δεύτερη θεωρεί ότι η σχέση παγκοσμιοποίησης και εγκλήματος προκύπτει ως αποτέλεσμα των κοινωνικών πολιτικών και οικονομικών ασυμμετριών που προκλήθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο από την παγκοσμιοποίηση (Passas, N., 2000) υπό την επίδραση του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος παρότρυνε τη δημιουργία νέων αναγκών και επιθυμιών, καθιστώντας την υιοθέτηση ανήθικων ή παραβατικών λύσεων περισσότερο αποδεκτή (Becucci, S., Massari, M. 2003, ό.π., σ. 63). Αυτές οι συνθήκες διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς καθώς αποδυναμώθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις, ενώ ενισχύθηκαν οι έλεγχοι, αυξήθηκε η εξάρτηση της ευημερίας από ξένα (εισαγόμενα) κεφάλαια και προέκυψαν νέες μορφές ανισότητας στη βάση της ζήτησης καταναλωτικών αγαθών και της ανέλεγκτης ιδιωτικοποίησης της κρατικής περιουσίας. Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης, συνδέονται με το έγκλημα και μάλιστα το διεθνικό έγκλημα, υπό δύο διαστάσεις. Αφενός ως επέκταση της υπάρχουσας εγκληματικής δραστηριότητας σε παγκόσμια κλίμακα και αφετέρου ως συνεχή κίνηση ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία. Δηλαδή, αφενός ως μεταπήδηση από τις νόμιμες επιχειρήσεις στις παράνομες και αφετέρου ως διείσδυση εγκληματικών ομάδων στην νόμιμη οικονομία. Και τα δύο αυτά προϋθέτουν ένα βαθμό εταιρικότητας (partnership) (Ruggiero, V., 1999, σ. 119). Κύρια ζητήματα γύρω από τα οποία αναπτύσσονται περαιτέρω οι προβληματισμοί, είναι η μετανάστευσης και η κρίση του κράτους -έθνους.

-Η τρίτη προσέγγιση υποστηρίζει ότι τίποτα στην πραγματικότητα δεν έχει αλλάξει τόσο πολύ καθώς ο όρος παγκοσμιοποίηση αντικατέστησε τον όρο ‘τοπικό οργανωμένο έγκλημα’, ενώ στην πραγματικότητα πάντοτε το οργανωμένο έγκλημα αναπτυσσόταν στα σύνορα μεταξύ κρατών και τυπικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου αποτελεί το λαθρεμπόριο παράνομων εμπορευμάτων (βλ. σε Becucci, S., Massari, M. 2003, ό.π.). Η άποψη αυτή παραπέμπει στην έμφαση που πρέπει να δοθεί στις νέες ευκαιρίες πλουτισμού μέσω παρανομίας και, επομένως, στις διαδικασίες και στους μηχανισμούς που διαμορφώνουν ζήτηση για κάποιο απαγορευμένο εμπόρευμα ή υπηρεσία και ταυτόχρονα στις συνέπειες που είχε η απορρύθμιση της οικονομίας για την ανέλεγκτη ροή κεφαλαίων. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η διαμόρφωση των ευκαιριών δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά προκύπτει από ένα πλέγμα παραγόντων που έχουν ως κοινό άξονα τη δυνατότητα του οργανωμένου εγκλήματος να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να εκμεταλλεύεται υπάρχουσες υποδομές, δίκτυα σχέσεων και να δημιουργεί νέες ευκαιρίες παράνομου πλουτισμού, θεμελιωμένες σε παραδοσιακές πρακτικές που οδηγούν σε δίκτυα συνεργασίας και στήριξης σε διεθνικό και κυρίως σε τοπικό επίπεδο (βλ. σε Becucci, S., Massari, M. 2003, ό.π., σ. 72-75).

Τέλος, μια τέταρτη άποψη υποστηρίζει ότι το διεθνικό έγκλημα είναι νέο μόνο σε ό,τι αφορά την προτεραιότητα που του δίνουν οι αρχές και αυτό για να δικαιολογήσουν την άντληση κονδυλίων που θα χρησιμοποιηθούν για τη διεύρυνση των εξουσιών ανάμειξης στα εσωτερικά άλλων κρατών, με στόχο τον πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό έλεγχο των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων. Τα παραπάνω είχαν ως συνέπεια η ίδια η αντεγκληματική πολιτική να μην αποτελεί πλέον εθνικό ζήτημα αλλά διεθνικό ή διεθνές. Όχι μόνο επειδή τα κράτη αναγκάζονται να συνεργαστούν για να αποτρέψουν κοινούς κινδύνους, αλλά και επειδή μετεμφυτεύονται θεωρήσεις, αντιλήψεις και νοοτροπίες αντιμετώπισης του εγκλήματος από το ένα κράτος στο άλλο και στο πλαίσιο μεγάλων πολιτικών και οικονομικών Ενώσεων, όπώς η Ε.Ε.. Στον ευρωπαϊκό χώρο, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα είναι αφενός η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στον κοινωνικό ιστό και αφετέρου το μεταναστευτικό ζήτημα.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.