Βασικές Έννοιες: Κοινωνική Λειτουργία των Νόμων. Νομικό Έγκλημα, Κοινωνικός Έλεγχος, Αποκλίνουσα Συμπεριφορά, Υποπολιτισμοί – Στερεότυπα

Νομικό και πραγματικό έγκλημα : Έννοια και παραδείγματα.

Το νομικό έγκλημα ορίζεται από τον ίδιο τον ποινικό μας κώδικα. Είναι πράξη ή παράλειψη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο. Είναι η πράξη για την οποία ρητά προβλέπεται ότι η παράλειψη ή η επέλευσή της, αποτελούν έγκλημα. Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ορίζεται από το νόμο ως τέτοιος (δηλαδή περιγράφεται συγκεκριμενα στο νόμο) λαμβάνοντας υπόψη μία σειρά από κριτήρια και κυρίως το γεγονός ότι, το αγαθό το οποίο προσβάλλεται, περιβάλλεται από την προστασία του νόμου (έννομο αγαθό) και έτσι δεν πρόκειται για μια πράξη/συμπεριφορά γενικά αντικοινωνική. Το άδικο στο οποίο αναφέρεται ο ΠΚ (αρθ.14), εννοείται εκείνη η πράξη για την οποία δεν συντρέχει κάποιος ειδικά αναφερόμενος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο να αίρεται ο χαρακτήρας του άδικου. Εν ολίγοις, από τη στιγμή που προβλέπει ο νόμος μια πράξη ως έγκλημα, αυτή είναι άδικη και ο άδικος χαρακτήρας αίρεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ.). Οι νόμοι και οι κανόνες δεν δημιουργούνται αυθαίρετα. Εκφράζουν κοινωνικές και πολιτικές αξίες που αποτυπώνουν τις αξίες που κυριαρχούν στην κοινωνία, αποτυπώνουν πάγιες (επαναλαμβανόμενες) κοινωνικές πρακτικές, που αποτελούν καθοδηγητικούς άξονες της ανθρώπινης συμπεριφοράς και «κωδικοποιούνται» σε νομικές διατάξεις και κανόνες. Ετσι εκτός από την στενά νομική διάσταση του (πραγματική λειτουργία), ο νόμος εκφράζει κάτι περισσότερο από μία απαγόρευση ή υποχρέωση πράξης ή παράλειψης.

Ο νόμος έχει και μία ευρύτερη κοινωνική λειτουργία, καθώς η κατ΄επανάληψη εφαρμογή του δημιουργεί συνειδήσεις για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο, ενώ ταυτόχροναδημιουργεί και πρότυπα συμπεριφοράς. Από αυτή την άποψη, ο Νόμος από κοινωνιολογική αλλά και ουσιαστική άποψη, εκφράζει ένα όριο, μέχρι το οποίο είναι επιτρεπτό να εκτείνεται μια ανθρώπινη συμπεριφορά ή δραστηριότητα, αλλά και ένα μέτρο/κριτήριο, βάσει του οποίου μία συμπεριφορά είναι κανονική ή ανεκτή ή μη ανεκτή και κατά συνέπεια κάποιος θεωρείται κανονικός ή μη, δηλαδή αποδεκτός ή όχι από την κοινωνία. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία για να κατανοήσει κάποιος το κοινωνικό στίγμα και τα στερεότυπα που επικρατούν για τους εξαρτημένους χρήστες.

Όλα αυτά αφορούν τη λεγόμενη συμβολική λειτουργία του νόμου, καθώς τόσο η συμπεριφορά την οποία επιβάλλει (ή απαγορεύει), όσο και οι συνέπειες της παραβίασής της, συγκροτούν ανάλογα «παραδείγματα» προς αποφυγή ή «προς μίμηση» για όσους εμπίπτουν στο πεδίο της δικαιοδοσίας των συγκεκριμένων νόμων και κανόνων. Επίσης, η τήρησή τους συμβολίζει την υπαγωγή, υποταγή ή αποδοχή της εξουσίας, την οποία εκπροσωπεί ο νόμος. Αυτή η σχετικότητα των κανόνων και των νόμων αφορά άμεσα και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το ζήτημα των ναρκωτικών τόσο στο πεδίο των εξαρτήσεων, όσο και στο πεδίο του οργανωμένου εγκλήματος και της προσφοράς ναρκωτικών, όπώς μπορεί κάποιος να αντιληφθεί από την κοινωνική ιστορία της απαγόρευσης και των συνθηκών διάδοσης των ναρκωτικών.

Ωστόσο, οι μεταβολές και η σχετικότητα του νόμου δεν είναι κάτι αυθαίρετο, όπώς δεν είναι και η δημιουργία του. Ο νόμος σε ένα δημοκρατικό κράτος εμπεριέχει ένα βαθμό δικαιότητας/δικαιοσύνης, δηλαδή ένα τρόπο ρύθμισης των ανθρωπίνων σχέσεων, που είναι αποδεκτός από τους περισσότερους και προστατεύει ιδιάιτερα τους πλέον ευάλωτους. Εκφράζει με ορθολογικό τρόπο την κυρίαρχη βούληση και αντανακλά τις σχέσεις εξουσίας, είναι δε προσανατολισμένος και σύμφωνος με μια σειρά συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών και προσανατολισμών.

Ο νόμος επομένως, είναι ένας θεσμοθετημένος γραπτός κανόνας δικαίου, που ρυθμίζει υποχρεωτικά/εξαναγκαστικά τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά και των πολιτών με το κράτος, ενώ παράλληλα προβλέπει διάφορες ρυθμίσεις για τη λειτουργία του κράτους. Η συζήτηση αυτή αφορά άμεσα τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και στο παρελθόν έχει και στην Ελλάδα προκαλέσει έντονο διάλογο σχετικά με το εάν η χρήση ναρκωτικών είναι και πραγματικό έγκλημα ή πρέπει να θεωρείται μόνο νομικό έγκλημα, εφόσον πρόκειται για πράξη αυτοπροσβολής.

Το πραγματικό έγκλημα είναι όρος που αφορά πράξεις που η επέλευσή τους προσβάλλει ουσιώδη θεμελιώδη δικαιώματα και αγαθά τόσο για την ανθρώπινη ύπαρξη όσο και για την ύπαρξη της κοινωνίας, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί και γίνει αποδεκτά ως πανανθρώπινα με βάση πολύ συγκεκριμένες επιταγές οικουμενικής ισχύος, που έχουν αποτυπωθεί στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Δύο ζητήματα προκύπτουν προς συζήτηση από τα όσα αναφέρθηκαν ως εδώ:

α) Το πρώτο είναι το ζήτημα των κανόνων και της λειτουργίας τους.

Συγκεκριμένα, τίθεται ένα ζήτημα ορίων εφαρμογής των τυπικών-νομικών και των άτυπων-κοινωνικών κανόνων, οι οποίοι θέτουν τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το νομικό έγκλημα και επιπλέον κοινωνικοποιούν τους ανθρώπους σε πρακτικές και τρόπους ζωής.

β) Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη διαδικασία και τους όρους δημιουργίας κανόνων.

Έτσι, παρεμβάλλεται στη συζήτηση η έννοια του κοινωνικού ελέγχου, δηλαδή, του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μαζί μέσα από την καθημερινότητά τους και του τρόπου με τον οποίο κοινωνικοποιούνται μέσα από κρατικές πολιτικές στην αυθόρμητη ή μη τήρηση κανόνων και νόμων. Πάλι το παράδειγμα των ναρκωτικών είναι χαρακτηριστικό.

Κοινωνικός έλεγχος, κανόνες, υποπολιτισμοί και αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Για παράδειγμα, η χρήση ναρκωτικών ουσιών και επίσης η καλλιέργεια, παραγωγή, διακίνηση καιεμπορία στα περισσότερα κράτη της Ε.Ε. συνιστούν μικρής ή μεγάλης βαρύτητας εγκλήματα, που η τέλεσή τους επιφέρει κυρώσεις. Δεν είναι ομοιογενείς οι πολιτικές που ακολουθούνται στην Ε.Ε., ούτε για την αντιμετώπιση της διάδοσης της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, ούτε και για την πρόληψή της. Αντίθετα, οι πολιτικές που αφορούν την αντιμετώπιση των ναρκωτικών στον τομέα της εμπορίας είναι ομοιογενείς και διακρίνονται από μεγάλο βαθμό συνεργασίας και συνεκτικότητας. Ωστόσο, η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η αντιμετώπισή της, δεν αποτελούν αυτοτελή φαινόμενα. Εντάσσονται σε ένα σύστημα κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς, λειτουργίας φορέων και κοινωνικών ομάδων, του οποίου η συγκρότησή είναι θεμελιώδης για μια κοινωνία. Αυτό το σύστημα ενεργοποιεί ένα σύμπλεγμα πολιτικών και δράσεων που τείνουν να προσαρμόζουν την ατομική και κοινωνική συμπεριφορά σε κανόνες και κατ’ επέκταση να δημιουργούν πεποιθήσεις για το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο (βλ. προηγ.) Συνεπώς, κοινωνικοποιούνται οι άνθρωποι στην ιδέα και στους όρους κοινωνικής συμβίωσης, στην ιδέα του κράτους καθώς επίσης καιστην ιδέα της υπακοής στους νόμους. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται κοινωνικός έλεγχος.

Σήμερα, ως κοινωνικός έλεγχος εννοείται το σύνολο όλων εκείνων των παραγόντων, δράσεων και φορέων που συμβάλλουν στην οργάνωση και αναπαραγωγή της κοινωνίας, μέσα από την κοινωνική προσαρμογή, την κοινωνική αφομοίωση του πληθυσμού και, τελικά, την υπαγωγή του στο γράμμα αλλά και στο πνεύμα του νόμου, επιδιώκοντας ταυτόχορνα την κοινωνική συνοχή που η επίτευξή της θεμελιώνεται στην επιδίωξη ενός κοινού συμφέροντος.

Μπορούμε επομένως να φανταστούμε ότι ο κοινωνικός έλεγχος είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής αναπαραγωγής. Συγκροτείται από ένα σύνολο δημόσιων πολιτικών, δηλαδή, ένα πρόγραμμα κοινωνικής προσαρμογής για την επίτευξη ενός κοινού συμφέροντος, μέσα από το οποίο θα είναι δυνατή η υπέρβαση ή η ρύθμιση των συγκρούσεων που ανακύπτουν ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και συμφέροντα. Ο κοινωνικός έλεγχος συγκροτείται από άτυπους και τυπικούς κανόνες συμπεριφοράς, που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις σε όλη την κοινωνική διάρθρωση. Αναπτύσσεται μέσα από τη δράση και τη λειτουργία επίσημων και ανεπίσημων μηχανισμών και φορέων, που φροντίζουν να επιβάλλουν κανόνες και πολιτικές. Συγκεκριμένα:

α) Οι κανόνες κοινής και καθημερινής κοινωνικής συμπεριφοράς που συμβάλλουν στην αυτορρύθμιση των κοινωνικών ομάδων και σχέσεων και διαμορφώνονται μέσα από την κοινωνική πρακτική, τα ήθη και τα έθιμα και ακολουθούνται από τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας, χωρίς να παρεμβαίνει το κράτος είναι άτυποι κανόνες. Σε αυτή την περίπτωση αναφερόμαστε σε άτυπο κοινωνικό έλεγχο (τα ζητήματα τιμής σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα). Οι καθοδηγητικοί φορείς του άτυπου κοινωνικού ελέγχου είναι κατά κανόνα η οικογένεια, η θρησκεία, το σχολείο, ο στρατός και τα ΜΜΕ και επίσης σε ένα πιο προσωπικό και άμεσο επίπεδο οι φίλοι, οι παρέες κ.α. Σήμερα, άτυπο κοινωνικό έλεγχο ασκεί και το διαδίκτυο, που είναι ένα ιδιαίτερο μαζικό μέσο.

Οι άτυποι κανόνες και ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος που αναπτύσσονται στο εσωτερικό μιας κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας ή ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, διαμορφώνουν και τους όρους, υπό τους οποίους κάποιος εντάσσεται σε μία κοινωνία ή κοινωνική ομάδα. Δηλαδή, οι όροι, βάσει των οποίων κάποιος αποτελεί μέλος της κοινωνίας ή μιας κοινωνικής ομάδας,δεχόμενος τους κανόνες της και αναπαράγοντας τους, αποτελούν μια εκδοχή κοινωνικού ελέγχου. Επομένως, ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος είναι ένα σύστημα κοινωνικών κανόνων, ένας τρόπος κοινωνικοποίησης, δηλαδή εκμάθησης και αφομοίωσης κοινωνικής συμπεριφοράς, που επιβάλλεται και ισχύει μέσα από ήθη, έθιμα, κοινωνικές πρακτικές κλπ. Επομένως, η υπαγωγή στους κανόνες αυτούς, δεν είναι νομικά υποχρεωτική αλλά επιβάλλεται από την κοινωνία (π.χ. σεβασμός στους ηλικιωμένους).

β) Όταν οι κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς,οι κοινωνικές σχέσεις και οι σχέσεις κράτους-πολίτη ρυθμίζονται μέσα από το Σύνταγμα από νόμους ή άλλους κανόνες που έχουν ισχύ νόμου (π.χ. τα Π.Δ.), τότε οι κανόνες αυτοί ονομάζονται τυπικοί και αυτό έχει ως συνέπεια ότι η τήρησή τους είναι υποχρεωτική και η παραβίασή τους δύναται να επιφέρει κυρώσεις. Οι τυπικοί κανόνες εντάσσουν συγκεκριμένα αγαθά και συγκεκριμένες αξίες στο πεδίο προστασίας του κράτους, γεγονός που διαμορφώνει πρότυπα συμπεριφοράς για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται εξαναγκαστικά. Εδώ εντάσεται και το νομικό έγκλημα. Η επιβολή και τήρηση των τυπικών κανόνων, εντάσσεται σε μία συγκεκριμένη εκδοχή κοινωνικού ελέγχου, αυτή που ασκείται από τους καταναγκαστικούς μηχανισμούς του κράτους και ορίζεται ως τυπικός κοινωνικός έλεγχος. Επομένως, ο τυπικός κοινωνικός έλεγχος αποτελεί μια ιδιαίτερη διαδικασία κοινωνικής αφομοίωσης βασικών κανόνων, οι οποίοι έχουν ιδιαίτερη σημασία για το κράτος και την κοινωνία ως σύνολο και η υπαγωγή σε αυτούς είναι υποχρεωτική. Οι φορείς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου είναι η αστυνομία, η ποινική δικαιοσύνη και το σωφρονιστικό σύστημα.

γ) Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στον τυπικό και τον άτυπο κοινωνικό έλεγχο και ανάμεσα στον τυπικό και τον άτυπο κανόνα είναι συγκρουσιακή. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε περιόδους μεγάλων, διαρθρωτικών κοινωνικών μεταβολών, όπώς είναι η σημερινή ιστορική συγκυρία. Σε αυτό το σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία η σχετικότητα της ισχύος των τυπικών νόμων (βλ. προηγ.). Διαχρονικά ορισμένοι κανόνες που ήταν άτυποι έγιναν τυπικοί (εγκληματοποιήθηκαν), δηλαδή, θεωρήθηκε ότι η τήρησή τους είναι νομικό έγκλημα (π.χ. βεντέτα). Επίσης, συμπεριφορές που ήταν αδιάφορες για το ποινικό δίκαιο τυποποιήθηκαν ως εγκλήματα (στο σημείο αυτό η καλλιέργεια και η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών είναι χαρακτηριστική περίπτωση). Η σύγκρουση ανάμεσα στον άτυπο και τυπικό κοινωνικό έλεγχο δεν αφορά μόνο τους νομοταγείς πολίτες (π.χ. οικογενειακές σχέσεις, δικαιώματα του παιδιού), αλλά και τον κόσμο της παρανομίας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Η σύγκρουση είναι εμφανής πάλι στην περίπτωση των ναρκωτικών. Στην περίπτωση αυτή, η σύγκρουση διαμορφώνεται ανάμεσα στους άτυπους κανόνες, που ισχύουν μέσα στις ομάδες εξαρτημένων χρηστών (βλ. και επόμενα) ή στον κόσμο της παρανομίας και του οργανωμένου εγκλήματος και στους τυπικούς κανόνες που ισχύουν στην ευρύτερη κοινωνία.

δ) Κατά συνέπεια, υπεισέρχεται στην ανάλυσή μας μια άλλη σχέση, αυτή που υπάρχει ανάμεσα στο (νομικό) έγκλημα και την αποκλίνουσα συμπεριφορά, σχέση η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα των ναρκωτικών, επειδή μας παρέχει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε την εμπλοκή κάποιου με τα ναρκωτικά. Πρόκειται για συμπεριφορά που απομακρύνεται από τα κοινωνικώς παραδεκτά πρότυπα και που κρίνεται από έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι ξεπερνά τα όρια της ανεκτικότητας (Τσαούση, 2006). Η απόκλιση ή παρέκκλιση ως κοινωνική παρεκτροπή οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένου του εγκλήματος, δεν είναι στατικές καταστάσεις, αλλά ερμηνεύονται στο πλαίσιο δυναμικών κοινωνικών διαδικασιών των οποίων αποτελούν μέρος. Πρόκειται για παρεκτροπές από τις κοινωνικά παραδεκτές συμπεριφορές. Η ύπαρξή τους εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τις δέχονται οι τρίτοι. Αν δηλ. οι τρίτοι χαρακτηρίσουν μια πράξη ως παρεκτροπή, τότε αυτή θα είναι παρεκτροπή και ο δράστης της θα στιγματιστεί αντιστοίχως, με περαιτέρω συνέπεια την αύξηση των παρεκτροπών του κ.ο.κ.

Σύμφωνα με μια γενικά αποδεκτή ανάλυση (Tittle/Paternoster, 2000, 13επ.), υπάρχουν τέσσερα βασικά συστατικά στοιχεία που συνθέτουν τον ορισμό της απόκλισης. Αυτά είναι:

1. Μια οριοθετημένη κοινωνική ομάδα.

2. Συμπεριφορά (όχι οι σκέψεις ενός μεμονωμένου ατόμου ή η κατάσταση στην οποία ζει).

3. Αποδοκιμασία της πλειοψηφίας.

4. Αρνητική δράση που εκφράζεται από: α) τη συλλογικότητα ως ολότητα ή β) τα μέρη μιας ομάδας που έχουν την εξουσία ή την αυθεντία να ασκούν καταναγκασμό.
Δηλαδή, η αποκλίνουσα συμπεριφορά απαιτεί ένα σύνολο ανθρώπων – ομάδα, μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που να αποδοκιμάζεται ή μια αρνητική δράση που να επιβάλλεται. Παρόλα αυτά, η απόκλιση δεν αναφέρεται μόνο σε αντικανονικές συμπεριφορές, αλλά κατά κανόνα στην καθημερινή ζωή χαρακτηρίζει/αποδίδεται σε άτομα που διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά αντίστοιχα με κάποιες κοινωνικά προκατασκευασμένες αντιλήψεις και εικόνες (στερεότυπα) και ο χαρακτηρισμός αυτός δημιουργεί αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις απέναντι τους.

ε) Όμως είναι σύνηθες, μέλη ορισμένων κοινωνικών ομάδων, χωρίς να παύουν να ανήκουν στην κυρίαρχη κουλτούρα, να συνδέονται μεταξύ τους και με κάποιες «μοναδικές αξίες, πρότυπα, παραδόσεις και τρόπους ζωής» (Hughes/Kroehler, 2007, 138, 142). Αυτό ονομάζεται υποκουλτούρα ή υποπολιτισμός. Η υποκουλτούρα ή υποπολιτισμός έχει διαφορετικές λειτουργίες ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται.

i. Ο υποπολιτισμός σε κάποιες περιπτώσεις ενισχύει την κυρίαρχη κουλτούρα: Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κανόνες που ισχύουν σε μια παραδοσιακή ελληνική οικογένεια σχετικά με το σεβασμό στους μεγαλύτερους.

ii. Σε άλλες περιπτώσεις, ο υποπολιτισμός ή υποκουλτούρα συγκρούεται με την νκυρίαρχη κουλτούρα ή/και ενισχύει τάσεις αντίστασης στην αποδοχή και αφομοίωση των κανόνων μιας κοινωνίας (π.χ. χουλιγκανισμός).

iii. Ο υποπολιτισμός μπορεί εξάλλου να αποτελεί και ένα τρόπο επίλυσης προβλημάτων καθημερινότητας, που ανακύπτουν στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής ή κοινωνικής δράσης και τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν μέσα από στενή εφαρμογή των τυπικών κανόνων για διάφορους λόγους.

Ενώ λοιπόν ο όρος κουλτούρα αναφέρεται σε ένα πρότυπο συμπεριφορών που υπάρχει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, ο υποπολιτισμός αναφέρεται σε ένα άλλο πρότυπο συμπεριφορών, που ακολουθούνται από επιμέρους ομάδες (δηλαδή από ένα υποσύνολο της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας). Οι κανόνες των επιμέρους ομάδων (άτυπος κοινωνικός έλεγχος) είναι συχνά πολύ ισχυροί για να τους παραβεί κάποιος. Η ισχύς αντλείται από τη μακρόχρονη εφαρμογή τους ή και από το γεγονός ότι οι τυπικοί κανόνες (νόμοι) δεν μπορούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα μιας συγκεκριμένης ομάδας.

στ) Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός κάποιου ως αποκλίνοντα, του αποδίδει ταυτόχρονα και άλλα χαρακτηριστικά τα οποία μπορεί να μην έχει. Δημιουργούνται έτσι στερεότυπα. Δηλαδή, γενικές αντιλήψεις που αφορούν ιδιότητες που έχει ο άλλος, οι οποίες, όμως, δεν αντιστοιχούν οπώςδήποτε στην πραγματικότητα. Έτσι, υπερισχύει η εντύπώςη ή η πεποίθηση ότι αφού ο ένας είναι έτσι θα είναι και οι όμοιοί του. Αυτά τα στερεότυπα δημιουργούν στη συνέχεια αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό στιγματισμό ή κοινωνικό στίγμα. Ας σημειωθεί ότι στη δημιουργία του συμβάλλει επιπλέον και ο ποινικός χαρακτηρισμός κάποιου ως εγκληματία. Κατά κανόνα δε ο ποινικός στιγματισμός ενισχύει τον κοινωνικό. Τα στερεότυπα και ο κοινωνικός στιγματισμός προδιαθέτουν αρνητικά τους ανθρώπους έναντι εκείνων που έχουν στιγματισθεί και διαμορφώνουν πεποιθήσεις σχετικά με τις αναμενόμενες συμπεριφορές από ανθρώπους που διαθέτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή ακολουθούν συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η περίπτωση των εξαρτήσεων εντάσσεται σε αυτές τις καταστάσεις. Για παράδειγμα, ο χρήστης ναρκωτικών επιδίδεται σε μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την κοινωνία αποκλίνουσα σε ό,τι αφορά την ίδια τη χρήση και την πρόσβαση σε αυτήν. Δεν σημαίνει, όμως, ότι είναι γενικά αποκλίνων στη ζωή του, ούτε ότι είναι εξορισμού εξαθλιωμένος (τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου της εξάρτησης). Επειδή, όμως, ο επίσημος/τυπικός κοινωνικός έλεγχος διαμορφώνεται με βάση τους γνωστούς, σε αρχές και φορείς, εξαρτημένους- χρήστες, ο χαρακτηρισμός κάποιου ως εξαρτημένου χρήστη και ιατρικά και κυρίως, μέσα από το ποινικό σύστημα, παραπέμπει συχνά αυτόματα σε κάποιον που είναι εξαθλιωμένος, δεν έχει αξίες, επιδίδεται σε μικρο-εγκλήματα, ζει κλέβοντας κλπ. Αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς οι γνωστοί, σε αρχές και φορείς, εξαρτημένοι χρήστες έχουν κατά κανόνα εμπλακεί και με το ποινικό σύστημα σε κάποιο στάδιο της εξάρτησής τους.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.