Κράτηση και ανάκριση εξαρτημένων στην Αστυνομία

Η ανάκριση ενός κρατουμένου δεν ενδείκνυται, όταν μπορεί να βλάψει τη σωματική ή πνευματική του κατάσταση. Η κατάθεσή του στο δικαστήριο για την ανάμειξη του ή την διαφαινόμενη ανάμειξή του στην εγκληματική πράξη για την οποία ανακρίνεται, μπορεί να θεωρηθεί αβάσιμη κατά την ανακριτική διαδικασία, εξαιτίας της σωματικής ή πνευματικής του κατάστασης (Home Office, 2011: Code C, Annex G).

Είναι σκόπιμο, επομένως, να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση νομικής ικανότητας του κρατούμενου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας εξέτασης ή μιας ανάκρισης, ώστε αφενός να αποφεύγονται ζητήματα νομιμότητας της αστυνομικής δράσης και αφετέρου να αποφεύγεται η επιβάρυνση της κατάστασης του κρατούμενου.

Ένα μεγάλο ζήτημα που ενδεχομένως αφορά την Ελλάδα, είναι η έλλειψη ειδικών χώρων κράτησης/αναμονής για προσαχθέντες καισυλληφθέντες υπό προστατευτική φύλαξη κλπ. που τελούν υπό την επίδραση ψυχοδραστικών ουσιών. Παρόλα αυτά, οι προϊστάμενοι – διοικητές των υπηρεσιών πρέπει να φροντίζουν να έχουν διαθέσιμους τέτοιους χώρους μέσα στο Τμήμα, επειδή εκτός των άλλων αυτό διευκολύνει και τη διασφάλιση ομαλών εργασιακών συνθηκών μέσα στο Τμήμα. Οι ειδικοί χώροι βραχείας παραμονής θα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των «επισκεπτών» τους από αυτοτραυματισμούς και συνολικά τη μη έκθεσή τους σε άλλους κινδύνους λόγω της δράσης των ψυχοτρόπων ουσιών. Το προσωπικό της αστυνομίας θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά και να
αντιλαμβάνεται ως αληθείς τις αντιδράσεις των κρατουμένων υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ουσιών. Για το λόγο αυτό, εκτός από την τήρηση των γενικών κανόνων του ΚΠΔ και άλλων σχετικών με τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (βλ. προηγ.), το προσωπικό της αστυνομίας θα πρέπει να έχει αφενός γενική γνώση για τις επιδράσεις των ουσιών στη συμπεριφορά και στη γνωστική αντίληψη των
κρατουμένων και αφετέρου να έχει άμεση πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες και ειδικούς που να μπορούν έγκαιρα και αξιόπιστα να διαγνώσουν την κατάσταση του κρατούμενου.

Ειδικότερα, προκειμένου να καθοριστεί αν ο κρατούμενος μπορεί να υποβληθεί σε ανάκριση, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα (Royal College of Psychiatrists, 2011):

α) Πώς η σωματική ή πνευματική του κατάσταση θα επηρεάσει την ικανότητά του κρατουμένου να αντιληφθεί τη φύση και το σκοπό της ανάκρισης, να κατανοήσει τις ερωτήσεις που του τίθενται και να αντιληφθεί τη σημασία των απαντήσεων που δίνει.

β) Το βαθμό στον οποίο οι απαντήσεις του κρατουμένου μπορεί να επηρεαστούν από τη σωματική ή πνευματική του κατάσταση, παρά να δώσουν μία πειστική και ακριβή εξήγηση της ανάμειξής του στο έγκλημα.

γ) Τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ανάκριση θα επηρεάσει τον κρατούμενο. Επομένως, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες που μπορεί να ωθούν τον κρατούμενο σε αβάσιμη/αναληθή ομολογία. Αυτοί οι παράγοντες είναι:

  • Η υγεία του ατόμου (σωματική και πνευματική, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών).
  • Οι απαιτήσεις της ανάκρισης.
  • Τα χαρακτηριστικά του ατόμου που μπορεί να το καθιστούν πιο ευάλωτο.
  • Το σύνολο των συνθηκών (προσωπικότητα, υγεία, ανάκριση).

Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, άτομα που βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών, να υποβάλλονται έμμεσα από την παρουσία της αστυνομίας και να αυτο-υποβάλλονται ή να έχουν ιδιαίτερα προσαρμοστική στάση, με αποτέλεσμα η ανάκριση να οδηγείται σε αναληθείς ομολογίες. Είναι επομένως αναγκαίο, να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές συνθήκες και η κατάσταση του κρατούμενου.

Συγκεκριμένα, οι αναληθείς ομολογίες διακρίνονται σε:
1. Εκούσιες, εξαναγκαστικές - υποχωρητικές (coerced compliant).
2. Εξαναγκαστικές – εσωτερικευμένες (coerced – internalised).
3. Υποχρεωτικές – υποχωρητικές (accommodating – compliant).

Αναλυτικά (Royal College of Psychiatrists, 2011, σελ. 35 επ.):

1. Η εκούσια εξαναγκαστική (coerced compliant) αναληθής ομολογία προκύπτει από την πίεση που ασκεί η αστυνομία κατά την ανάκριση ή κατά τη δίκη. Ο ύποπτος ενδίδει στις απαιτήσεις και την πίεση των αστυνομικών για ένα άμεσο όφελος, όπώς το να του επιτραπεί να πάει σπίτι του. Ο ύποπτος, σκεπτόμενος ότι μπορεί να δραπετεύσει από την πιεστική κατάσταση, μπορεί να δίνει ελάχιστη προσοχή στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας αναληθούς ομολογίας. Για παράδειγμα, οι ουσιοεξαρτημένοι είναι πιο ευάλωτοι σε αυτού του είδους την αναληθή ομολογία, παρόλο που έχουν πλήρη συναίσθηση του ότι δεν έχουν διαπράξει το έγκλημα, αλλά θα το ομολογήσουν στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τη δυσάρεστη κατάσταση.

2. Η εξαναγκαστική εξωτερικευμένη (coerced – internalized) αναληθής ομολογία πραγματοποιείται χωρίς εξωτερική πίεση από την αστυνομία και μπορεί να συμβαίνει για πολλούς λόγους, όπώς η νοσηρή επιθυμία για κακή φήμη. Κατά κανόνα όμως, η εξαναγκαστική εσωτερικευμένη (coerced-internalized) αναληθής ομολογία συμβαίνει όταν ο ύποπτος καταλήγει να πιστέψει, έστω και προσωρινά, ότι μπορεί όντως να έχει διαπράξει το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ακόμα και ενώ δεν έχουν ανασύρει από τη μνήμη τους κάτι που να τους θυμίζει ότι όντως το διέπραξαν. Το ιστορικό κατανάλωσης αλκοόλ ή χρήσης ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε μία αυθόρμητη αναληθή ομολογία, όπου οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τη μνήμη τους ή έχει προκληθεί βλάβη στη μνήμη τους (παροδική ή μόνιμη) και είναι πιο ευάλωτοι σε εξωτερικά συνθήματα (ό.π.σελ. 36). 3. Η εκούσια υποχωρητική (accommodating – compliant) αναληθής ομολογία δίνεται από ανθρώπους για τους οποίους η συμμόρφωση με την αστυνομία είναι πιο σημαντική από το να έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αστυνομίας για το τι συνέβη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναληθής ομολογία προκύπτει από μία έντονη ανάγκη για αποδοχή.

Οι γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν πιθανούς παράγοντες που καθιστούν τα άτομα πιο ευάλωτα. Οι κρατούμενοι συχνά πιστεύουν ότι με τη συμμόρφωση θα οδηγηθούν νωρίτερα στην ελευθερία και ότι έτσι θα αποκρούσουν ή θα τροποποιήσουν τις κατηγορίες, καθώς και ότι αν αντίθετα εμμείνουν στη στάση τους, θα καταλήξουν σε περαιτέρω κράτηση. Για να εκτιμηθεί η πιθανή επίδραση
καθενός από τους παράγοντες που καθιστούν τα άτομα πιο ευάλωτα και επηρεάζουν την καταλληλότητα του κρατούμενου για ανάκριση, θα πρέπει ο γιατρός να λάβει υπόψη του τις πιθανές απαιτήσεις της ανάκρισης, καθώς η διαφαινόμενη σημασία του εγκλήματος φαίνεται να αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα σχετικά με το πόσο καλά θα ανταποκριθεί το άτομο στις απαιτήσεις
της ανάκρισης.

Οι γιατροί και οι αστυνομικοί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η ίδια η εξάρτηση καθιστά το άτομο περισσότερο ευάλωτο. Αυτό οι χρήστες το γνωρίζουν και το αντιλαμβάνονται. Συνεπώς, για παράδειγμα, παρόλο που η αστυνομία προωθεί τα σχέδια συλλήψεων, είναι σημαντικό να αναγνωρίζει ότι η ομολογία ενός κρατουμένου ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ίσως να εγείρει ερωτήματα για το τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αυτό ικανοποιεί οικονομικά αυτή του τη συνήθεια. Επιπλέον, σε μεταγενέστερη φάση κατά τη διαδικασία της εξέτασης, όταν διασταυρώνονται τα στοιχεία και οι μαρτυρίες στο
δικαστήριο μπορεί να προκύψει, , κάποια ομολογία ανάμειξης σε μία παράνομη αγορά και ο δικαστής είναι πιθανό να θεωρήσει τον εξαρτημένο σαν μίασμα και χωρίς αξιοπιστία (ό.π. σελ. 37).

Σε ό,τι φορά την ίδια την ανάκριση υποστηρίζεται ότι:
- Η αποχή από τα οπιοειδή δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάκριση, ενώ η σοβαρή στέρηση μπορεί να κάνει το άτομο ακατάλληλο για ανάκριση μέχρι το σύνδρομο στέρησης να κορυφωθεί ύστερα από 2-3 ημέρες ή μέχρι να γίνουν εμφανείς οι επιδράσεις μιας θεραπείας υποκατάστασης. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν καθίσταται απαραίτητα αβάσιμη η ομολογία ενός εξαρτημένου που απέχει και που μπορεί να έχει κίνητρο για να ομολογήσει (ό.π. σελ 38).
- Στην πράξη, αν ένα άτομο τελεί εμφανώς υπό την επήρεια αλκοόλ ή φαίνεται να έχει κάνει χρήση ναρκωτικών όταν προσάγεται στο αστυνομικό τμήμα, η αστυνομία συνήθως περιμένει να περάσουν οι παρενέργειες της νάρκωσης πριν ξεκινήσουν τις ερωτήσεις. Ωστόσο, σε περίπτωση χρήσης LSD, η πνευματική κατάσταση του ατόμου μπορεί να έχει διακυμάνσεις κατά τη διαδικασία ανάκτησης, παρόλο που η δυσκολία ανταπόκρισης και η έλλειψη συγκέντρωσης του ατόμου μπορεί να μην είναι άμεσα, ορατά και αντιληπτά και αυτό μπορεί να επιδρά στη συμμόρφωση και αντίσταση του ατόμου στις ερωτήσεις. Για αυτό οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους αυτή τη πιθανότητα και να είναι σε θέση να συμβουλέψουν την αστυνομία (ό.π., σελ 39).

Ειδικά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν κατά την κράτηση (βλ. για τα επόμενα στο ίδιο ό.π., σελ 40-53 ) και συγκεκριμένα:

- Η αυξημένη πιθανότητα πολλαπλής χρήσης ουσιών και των επακόλουθων προβλημάτων, όπώς είναι οι επιδράσεις των ναρκωτικών και η εξάρτηση σε διαφορετικά είδη ουσιών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαχείριση καθενός από τους κρατουμένους.

- Το αλκοόλ επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα δυσάρεστα. Η χρήση αλκοόλ μπορεί να επιφέρει νύστα, μπερδεμένο λόγο, αυξημένη πίεση αίματος και παλμών, ακόμα και έλλειψη συγκέντρωσης και αταξία. Προσοχή πρέπει να δίνεται σε παράλληλα ιατρικά προβλήματα, όπώς τραυματισμούς του κρανίου και υπογλυκαιμία (ό.π., σελ 40).

- Στα αλκοολικά άτομα, τα συμπτώματα στέρησης μπορεί να ξεκινούν 6-8 ώρες μετά τη τελευταία κατανάλωση και πριν τα ποσοστά αλκοόλ στο αίμα φτάσουν στο μηδέν. Η στέρηση από το αλκοόλ κατά τη φυλάκιση/κράτηση μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του ατόμου. Θα πρέπει να εκτιμηθεί ο βαθμός της εξάρτησης και να αρχίσει νωρίς μία αγωγή προκειμένου να αποφευχθούν παρενέργειες της στέρησης, όπώς οι σπασμοί και παραλήρημα (όπ., σελ . 41).

- Το σύνδρομο στέρησης από βενζοδιαζεπίνη εμφανίζεται μέσα σε 2 μέρες. Στις μέρες μας η επαναλαμβανόμενη χρήση μεγάλης ποσότητας βενζοδιαζεπίνης είναι πιο εμφανής, ειδικά σε συνδυασμό με χρήση οπιοειδών ή αλκοόλ. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τα συμπτώματα στέρησης από αλκοόλ και για το λόγο αυτό είναι απαραίτητες περαιτέρω εξετάσεις. Από τη στιγμή που εντοπίζεται η χρήση, συνίσταται η χρήση βενζοδιαζεπίνης για να μειώσει τα συμπτώματα και να αποφευχθούν χειρότερες παρενέργειες.

- Η χρήση οπιοειδών προκαλεί υπόταση, βραδυκαρδία, κυάνωση, αναπνευστικά προβλήματα, απώλεια αισθήσεων ακόμα και θάνατο. Συνίσταται στενή παρακολούθηση, ενώ η παροχή αναπνευστικής υποστήριξης είναι απαραίτητη, ειδικά όταν ο ρυθμός αναπνοής είναι αργός ή μη φυσιολογικός. Σε περιπτώσεις υπερβολικής δόσης οπιοειδών είναι απαραίτητη η χρήση οξυγόνου.

- Η ναλοξόνη είναι ανταγωνιστής οπιοειδών που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντισταθμίσει κάποιες παρενέργειες της χρήσης οπιοειδών. Η άμεση αντιστάθμιση των παρενεργειών των οπιοειδών μπορεί να επισπεύσει ένα αιφνίδιο σύνδρομο στέρησης. Για αυτό, όταν εντοπιστεί εκτεταμένη χρήση οπιοειδών, θα πρέπει να κληθεί ασθενοφόρο και να χορηγηθεί ναλοξόνη αρχικά σε μία ποσότητα 0,4-0,8 mg ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.

- Η έκταση των συμπτωμάτων στέρησης από οπιοειδή εξαρτάται κατά πολύ από ψυχολογικούς παράγοντες. Οι συνθήκες που επικρατούν σε ένα κελί φυλακής/ Α.Τ. μπορεί να εντείνουν αυτά τα συμπτώματα.

- Η αρχή των συμπτωμάτων στέρησης ποικίλει στα διάφορα οπιοειδή. Συνήθως, τα συμπτώματα στέρησης από ηρωίνη ξεκινούν μέσα σε 8 ώρες, κορυφώνονται και σταδιακά αυξάνονται μέσα σε 48-72 ώρες.

- Η αποχή από τη μεθαδόνη οδηγεί σε λιγότερο έντονα σύνδρομα στέρησης από την αποχή από την ηρωίνη.

- Η λοξεφιδίνη συνίσταται για αυτούς που έχουν αποφασίσει να μην κάνουν χρήση μεθαδόνης ή βουπρενορφίνης για αποτοξίνωση, που έχουν αποφασίσει να αποτοξινωθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα ή που έχουν ήπια ή μη διαγνωσμένη εξάρτηση (συμπεριλαμβανομένων των νέων ανθρώπων) (National Collaborating Centre for Mental Health, 2007). Η λοξεφιδίνη μπορεί να έχει
αρνητικές παρενέργειες στο καρδιαγγειακό σύστημα.

- Οι ουσίες με βάση την κωδεΐνη έχουν μικρή διάρκεια και πρέπει να χορηγούνται μερικές φορές μέσα στην ημέρα (κάθε 4-6 ώρες). Έχουν μικρή επίδραση και κορυφώνονται μέσα σε 1.5-2 ώρες. Αυτές οι ουσίες είναι τοξικές και η δόση τους θα πρέπει να ογκομετράται ενάντια στα συμπτώματα και σημάδια στέρησης. Πολλοί γιατροί χρησιμοποιούν την dihydrocodeine σαν υποκατάστατο(Stark & Gregory 2005). Παρόλο που δεν έχει επιτραπεί η χρήση του στη θεραπεία της εξάρτησης από ναρκωτικά, είναι αποτελεσματικό για το περιβάλλον (Robertson et al, 2006). Τα πλεονεκτήματά της έναντι αυτών των υποκατάστατων των οπιοειδών είναι ότι δεν είναι τόσο ισχυρά και έχουν μικρή διάρκεια, έτσι ώστε να μειώνεται η πιθανότητα υπερβολικής χρήσης.

- Η μεθαδόνη παρέχεται σε υγρή μορφή για τη θεραπεία της εξάρτησης. Η συνήθης ποσότητα πόσιμης μεθαδόνης είναι 1mg/ml και χορηγείτα μία φορά ημερησίως. Η κορύφωση της συντελείται 4 ώρες μετά την κατανάλωση και διαρκεί 10-25 ώρες μετά από μία δόση και 13-55 ώρες μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.

- Η βουπρενορφίνη είναι ένα οπιοειδές με μικρότερο ρίσκο για υπερδοσολογία όταν καταναλώνεται μόνη της. Τα 12-16 mg βουπρενορφίνης είναι τόσο αποτελεσματικά όσο τα 50-80mg μεθαδόνης στην προσπάθεια μείωσης της ηρωίνης και στη διατήρηση των ασθενών στη θεραπεία. Η βουπρενορφίνη χορηγείται μία φορά ημερησίως λόγω της μακράς διάρκειας της επίδρασής της.

- Αν είναι ιατρικά ασφαλές, η χορήγηση της βουπρενορφίνης θα πρέπει να συνεχίζεται μέσα στη φυλακή ή όταν πρόκειται για κράτηση σε Α.Τ. υπό έκτακτες συνθήκες (π.χ μεταγωγή ή άλλο). Η χορήγησή της από τον ίδιο τον κρατούμενο θα πρέπει να γίνεται υπό τη στενή επίβλεψη του γιατρού, ο οποίος θα πρέπει να επιβλέπει τον ασθενή για να διασφαλίσει ότι το φάρμακο έχει διαλυθεί μέσα σε ένα μήνα. Μπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο στέρησης σε κάποιον που είναι εξαρτημένος σε μεγάλες ποσότητες απιοειδών, γι’ αυτό και δεν ενδείκνυται η θεραπεία με βουπρενορφίνη κατά τη φυλάκιση.

- Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης με ναλοξόνη επιτρέπεται ως μέθοδος θεραπείας της εξάρτησης από οπιοειδή.

- Η νάρκωση από τονωτικά, όπώς η κοκαΐνη και η αμφεταμίνη σε μικρές δόσεις, έχει τις ακόλουθες παρενέργειες: ευφορία, αϋπνία, στεγνό στόμα, υπερθερμία, ταχυκαρδία, υπέρταση, αυξημένη αναπνοή και ιδρώτα. Σε αυξημένες ποσότητες μπροεί να προκαλέσει ενόχληση, επιθετικότητα, παράνοια, ταραχή, παραλήρημα και αυταπάτες.

- Οι μακρόχρονοι χρήστες κοκαΐνης ή αμφεταμίνης μπορεί να βιώσουν ένα σύνδρομο εκτεταμένου παραληρήματος, το οποίο περιλαμβάνει 4 στάδια: υπερθερμία, παραλήρημα, αναπνευστική ανακοπή (respiratory arrest) και θάνατο. Τα άτομα γίνονται υπερβολικά ταραγμένα και παρανοϊκά, πεθαίνουν αιφνίδια και πολλές φορές οδηγούνται σε κράτηση/φυλάκιση εξαιτίας της υπερβολικής
συμπεριφοράς τους λίγο πριν το θάνατο. Αν εντοπισθεί το παρατεταμένο παραλήρημα, ο κρατούμενος θα πρέπει να μεταφερθεί άμεσα σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

- Το lsd πίνεται συνήθως από το στόμα και έχει ως παρενέργειες τα εξής: ταχυκαρδία, υπέρταση, πυρεξία, διαστολή κόρης μέσα σε 10-30 λεπτά και ψυχολογικές παρενέργειες μετά από 30-60 λεπτά. Υπάρχει μία περίοδος ανάρρωσης μέσα σε 12 ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων μπορεί να υπάρχουν διαστήματα φυσιολογικής αντίληψης και συναίσθησης που εναλλάσσονται με επίπεδα νάρκωσης, που μπορεί να επηρεάσουν την καταλληλότητα του κρατούμενου για ανάκριση. Γι αυτούς που κάνουν πολλαπλή χρήση ουσιών, η βενζοδιαζεπίνη συνίσταται για να ανακουφίσει τις κρίσεις πανικού.

- Η χρήση ουσιών μέσω αναθυμιάσεων (volatile) υποκαταστάτων στοχεύει στην εισπνοή αναθυμιάσεων προκειμένου να επιτευχθεί η νάρκωση. Η μυρωδιά μπορεί να γίνει αντιληπτή στα ρούχα του κρατούμενου ή την αναπνοή.

- Η χρήση κάνναβης οδηγεί σε ευφορία και ψυχοκινητική βλάβη, με έλλειψη συντονισμού, δυσαρθρία και αταξία. Μπορεί να προκληθεί και γνωστική βλάβη. Ήπια συμπτώματα στέρησης μπορεί να εμφανιστούν με διαταραγμένο ύπνο, ενόχληση και ανησυχία. Δεν απαιτείται κάποια συγκεκριμένη μέθοδος θεραπείας.

- Η μεγάλη πλειονότητα των καπνιστών μπορούν να απέχουν από το κάπνισμα για μία περίοδο, αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι παρενέργειες της αποχής από οποιοδήποτε υποκατάστατο,
συμπεριλαμβανομένης και της νικοτίνης, μπορούν να γίνουν πιο έντονες ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της αναγκαστικής κράτησης και μπορούν να επηρεάσουν τη νομική διαδικασία. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της αποχής από τη νικοτίνη δεν μπορούν να διαχωριστούν από την ανησυχία. Η έντονη επιθυμία για νικοτίνη μπορεί να οδηγήσει σε δυσφορία και απειλές για πρόκληση σωματικών τραυματισμών. Για αυτό θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη μία θεραπεία αντικατάστασης της νικοτίνης κατά την αστυνομική κράτηση.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.