Μείωση της προσφοράς: Αστυνομία ασφάλειας και η σημασία της πληροφορίας

Ι. Ο έλεγχος της προσφοράς ναρκωτικών, αν και πραγματοποιείται και στο χαμηλό επίπεδο της λιανικής πώλησης, συναρτάται κατ’ εξοχήν με τη μεγάλη εμπορία ναρκωτικών. Στο επίπεδο αυτό, τα πράγματα υπερβαίνουν την αθλιότητα της πιάτσας και εντάσσονται κατά κανόνα στην περιοχή του οργανωμένου εγκλήματος που αποτελεί αρμοδιότητα της αστυνομίας δημόσιας ασφαλείας και
των αρμοδίων Διευθύνσεων Ασφαλείας. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο η υποχρέωση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν υποχωρεί, το αντίθετο μάλλον συμβαίνει. Επειδή οι ελεγχόμενοι, κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για κακουργηματικές πράξεις, η μεταχείρισή τους (από τη λήψη κατάθεσης/ομολογίας έως τη συναίνεση για την εξέταση DNA) απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους των διωκτικών αρχών. Η ανάπτυξη της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας εκδηλώνεται μέσα και από μία σειρά εξειδικευμένων ενεργειών και αρμοδιοτήτων που αφορούν το στάδιο της προανακριτικής διαδικασίας και άπτονται και ζητημάτων σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και μείωσης της βλάβης. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε αναλυτικότερα σε αυτά.

ΙΙ. Οι ειδικές ανακριτικές πράξεις, που προβλέπονται από το άρθρο 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων) είναι κρίσιμες για τον έλεγχο της προσφοράς στο επίπεδο της μεγάλης εμπορίας. Πρόκειται για συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις και ειδικότερα για: α) την ανακριτική διείσδυση, β) τις ελεγχόμενες μεταφορές, γ) την άρση απορρήτου των επικοινωνιών, δ) την καταγραφή δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου και εικόνας ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα και ε) τη συσχέτιση ή συνδυασμό δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα με την τήρηση των εγγυήσεων του ν. 2472/1997 περί «Προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» όπώς ισχύει. Οι ειδικές ανακριτικές πράξεις, με εξαίρεση τις ελεγχόμενες μεταφορές ίσως, πλήττουν σοβαρά τα ανθρώπινα δικαιώματα και η θέσπισή τους έχει επικριθεί από πολλές πλευρές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η νομοθέτησή τους υπαγορεύτηκε από την εξάπλωση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, στο πλαίσιο της πρόταξης της σκοπιμότητας ενόψει, όπώς υποστηρίζεται, των ιδιαιτέρως μεγάλων κινδύνων που συνεπάγεται η παρουσία των δύο αυτών φαινόμενων.


Η διεξαγωγή των ειδικών ανακριτικών αυτών πράξεων αφορά μόνο τις πράξεις που υπάγονται στα άρθρα 187 (§1 και 2) και 187Α Π.Κ., μόνο για την περίπτωση που η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή η εξιχνίαση τρομοκρατικών πράξεων του άρθρου 187Α είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής και μόνο εάν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχουν τελεστεί οι αξιόποινες πράξεις των παραπάνω άρθρων (άρθρο. 253Α §2 ΚΠΔ). Σημειώνουμε, πάντως, ότι οι περισσότερες από αυτές τις ανακριτικές πράξεις εντάσσονται από μέρος της ποινικής θεωρίας στα παράνομα αποδεικτικά μέσα. Για να μεσολαβήσει στα προβλήματα αυτά, ο νομοθέτης έχει θέσει μια σειρά από περαιτέρω προϋποθέσεις και εγγυήσεις για τη διενέργειά τους (βλ. άρθρο 253Α§ 3-4), βάσει
των οποίων προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι:

  • Για να διενεργηθούν οι πράξεις αυτές απαιτείται προηγουμένως βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου.
  • Οι πράξεις προβλέπονται για ένα πολύ συγκεκριμένο και απόλυτα αναγκαίο χρονικό διάστημα, για τα συγκεκριμένα και μόνο εγκλήματα από αυτά που προβλέπονται στα σχετικά άρθρα και για συγκεκριμένο κατηγορούμενο.
  • Επίσης, προϋπόθεση είναι να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, όχι ισχυρές ή βάσιμες υπόνοιες ή βάσιμη καταγγελία.
  • Κάθε στοιχείο που θα αποκτηθεί από τις πράξεις αυτές, χρησιμοποιείται μόνο για λόγους που ορίζει το δικαστικό συμβούλιο.
  • Ειδικά για την ανακριτική διείσδυση (άρθρα 25Β §1, ν. 1729/1987 και άρθ. 5§1 ν. 2713/1999) προβλέπεται ότι αυτή περιορίζεται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων που η τέλεσή τους είχε προαποφασιστεί από την οργάνωση.
  • Η εφαρμογή των ειδικών ανακριτικών πράξεων δεν εκτείνεται σε μορφές συμμετοχικής δράσης χωρίς τη συνδρομή των όρων της εγκληματικής οργάνωσης.
  • Η ανακριτική διείσδυση μπορεί να εφαρμοστεί από ανακριτικούςυπαλλήλους αλλά και από ιδιώτες.
  • Τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να διενεργήσουν ανακριτική διείσδυση, μπορούν να εμφανίζονται ως υποψήφιοι αγοραστές, μεταφορείς ή γενικά ενδιαφερόμενοι για τη διακίνηση, φύλαξη ή
    διάθεση ναρκωτικών (δεν μπορούν δηλαδή να εμπλακούν στο στάδιο της παραγωγής – παρασκευής, επεξεργασίας).
  • Η ανακριτική διείσδυση αποτελεί λόγο που αίρει το άδικο και όχι ως θεσμοθετημένο δικαίωμα της αστυνομίας.

 

ΙΙΙ. Επιπλέον, οι λειτουργίες της αστυνομίας ασφάλειας συνδέονται με μια παραδοσιακή λειτουργία της αστυνομίας που αφορά την άντληση πληροφορίας μέσω πληροφοριοδοτών, αλλά και μέσω νέων προτύπων εργασίας μέσα από την αξιοποίηση της τεχνολογίας που συναρτώνται στο πεδίο αυτό και με τη μείωση της βλάβης. Πρόκειται κυρίως για την αξιοποίηση της πληροφορίας μέσω της τεχνολογίας και της συστηματικής ανάλυσης (βλ. επομ.). Τέλος, μια τυπική λειτουργία της αστυνομίας αφορά την ανάκριση και ειδικά την ανάκριση εξαρτημένων χρηστών (βλ. επομ.).Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η αστυνομία ασφάλειας αποκτά σταδιακά ένα σοβαρό ρόλο, αν όχι τον σοβαρότερο, στον έλεγχο της προσφοράς ναρκωτικών. Η αστυνομία ασφάλειας αφού είχε για πολλά χρόνια απαξιωθεί ειδικά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, επανάκαμψε διεθνώς ειδικά μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νέα Υόρκη. Η «επιστροφή» στην αστυνομία ασφάλειας, είχε υποσκελιστεί για χρόνια από την αστυνόμευση και την επίταση της παρουσίας της αστυνομίας στο δρόμο, με το αιτιολογικό της εμπέδωσης του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών. Η αστυνομία ασφάλειας είναι η κατεξοχήν αστυνομία που λειτουργεί με βάση τη συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση πληροφορίας καθώς η διωκτική της δράση θεμελιώνεται σε αυτές τις ενέργειες. Η στροφή προς την αστυνομία ασφάλειας ευνοήθηκε και πλαισιώθηκε τεχνικά από την ευρεία διάδοση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας και του διαδικτύου. Αν και η αστυνομία ασφάλειας αποτελεί έναν τομέα αστυνόμευσης ο οποίος σε περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης της εξουσίας της μπορεί να οδηγήσει σε παραβιάσεις δικαιωμάτων των πολιτών που δεν είναι άμεσα ανιχνεύσιμες ή απτές, μια σειρά
από θεσμικές κατοχυρώσεις της δράσης και των ορίων της προστατεύουν τους πολίτες από τις ενδεχόμενες προσβολές τέτοιου τύπου. Η αστυνομία ασφάλειας, ωστόσο, αποτελεί τον κορμό της αστυνομικής λειτουργίας. Κατά συνέπεια, στον τομέα της μείωσης της προσφοράς ναρκωτικών αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα καθώς η αντεγκληματική πολιτική σε αυτόν τον τομέα παρέχει το
προβάδισμα σε αυτή την κατηγορία αστυνομίας, μέσα από την προτεραιότητα που δίνεται στη συλλογή και επεξεργασία πληροφορίας (βλ. και προηγ. Στρατηγική της Ε.Ε. για τα ναρκωτικά 2013-2020, μείωση της προσφοράς αρ. 10).

 

 

 

 

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.