Η ζωή ως εξαρτημένος χρήστης: Μια «άλλη» κοινωνική ταυτότητα

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η πορεία προς την προβληματική χρήση, παρά το γεγονός ότι έχει εξατομικευμένα χαρακτηριστικά (δηλαδή διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο), αποτελεί προδιαγεγραμμένη πορεία από τη στιγμή που κάποιος περάσει στη συστηματική χρήση ναρκωτικών, ειδικά των λεγόμενων σκληρών ναρκωτικών. Είναι συστηματική η χρήση που σε μεγάλο βαθμό αλλάζει τη ζωή του χρήστη. Όπώς προκύπτει από την έρευνα του Ο.ΚΑ.ΝΑ. (Βιδάλη, 2008) η εμπλοκή κάποιου με τα σκληρά ναρκωτικά έχει ως αναπότρεπτη συνέπεια για το μέσο χρήστη, τη μετάπτωση σε ένα κατώτερο κοινωνικό status, την εμπλοκή με την παρανομία και τη θυματοποίηση. Αυτό γίνεται μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές διαδικασίες. Ειδικότερα:

1) Άρση των αναστολών απέναντι στην παρανομία

Ένα ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο εξαρτημένος είναι οι δαπάνες για την κάλυψη της ανάγκης λήψης της ουσίας. Η εμπλοκή με τα σκληρά ναρκωτικά σημαίνει την αναπότρεπτη εμπλοκή με την εγκληματικότητα και την παρανομία γενικότερα, για όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις δαπάνες που απαιτεί η εξάρτησή τους. Συναφής με το πρόβλημα αυτό, είναι η υπέρβαση των ηθικών αναστολών που τον αποτρέπουν από το να αποκτήσει κάτι που δεν δικαιούται (π.χ. χρήματα, οικιακά είδη κλπ.) αρχικά από το οικείο περιβάλλον του. Από τότε που θα γίνει εξαρτημένος –καταναλωτής, αρχίζουν κάπώς να υποχωρούν μέσα του καταρχήν οι ανασχετικοί παράγοντες (ψυχολογικοί και κοινωνικοί) που τον απέτρεπαν να εγκληματήσει, και έτσι μέχρι να εμπλακεί και τυπικά με το ποινικό σύστημα μεσολαβεί ένα διάστημα διάπραξης μικορεγκλημάτων, που παραμένουν στην γκρίζα ζώνη της εγκληματικότητας. Η υπέρβαση αυτή γίνεται με πολλούς τρόπους οι οποίοι αφενός αποδυναμώνουν τις ενστάσεις του και τις ενοχές του (για παράδειγμα μέσα από δικαιολογίες που επικαλείται αρχικά προς τον ίδιο τον εαυτό του) και αφετέρου ενδυναμώνουν τις θετικές στάσεις απέναντι στην παρανομία. Με αυτό τον τρόπο, βρίσκει τεχνικές (Matza, 1969 (2010)) για να εξουδετερώσει τις αναστολές του και να αυτοδικαιολογηθεί (π.χ. δεν είναι έγκλημα να κλέψεις την μητέρα σου, δεν φταίω εγώ αλλά η εξάρτησή μου, ας όψεται η κοινωνία και οι έμποροι που με έφεραν ως εδώ, είναι και δική μου η τηλεόραση του σπιτιού άρα την κάνω ό,τι θέλω κλπ). Στο διάστημα αυτό διαθέτει όλο και περισσότερο το χαρτζιλίκι του για ναρκωτικά, μετά κλέβει τους γονείς και τααδέλφια του και τέλος αρχίζει μια συστηματικότερη εμπλοκή με το μικρο-έγκλημα που πλαισιώνεται και από την αποδιάρθρωση των σχέσεων με την οικογένεια (βλ. και επομ. σε αυτό το κεφάλαιο).

Πρόκειται, αρχικά, για μία γκρίζα εγκληματικότητα που σε μεγάλο βαθμό δεν καταγράφεται για το πρόσωπό του. Ωστόσο, αν και με αυτές τις επιλογές το άτομο γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει, η επιλογή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησηςκαθώς στο στάδιο αυτό είναι η δύναμη της εξάρτησης που καθοδηγεί τις πράξεις του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε αυτό το στάδιο δεν αναγνωρίζει συχνά την εξάρτησή του ως τέτοια. Παρόλα αυτά, αυτή η ατομική στάση δεν θα μπορούσε να ωριμάσει μέσα του, εάν δεν υπήρχαν και οι παράγοντες που ενδυναμώνουν την υπέρβαση των ορίων που θέτει ο νόμος. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες είναι εκείνοι που δημιουργούν θετικά κίνητρα προς το έγκλημα και αφορούντη μεταβολή των κοινωνικών δεσμών που είχε έως τότε ο εξαρτημένος καθώς και τη σταδιακή μεταβολή των πεποιθήσεών του που ευνοούν πλέον την παραβίαση των νόμων.

2) Μεταβολή των κοινωνικών δεσμών-νέοι κανόνες ζωής με άξονα τις ουσίες

Η μόνιμη εμπλοκή με τις ουσίες και στη συνέχεια με την παρανομία, πλαισιώνεταιαπό την αποδιάρθρωση των κοινωνικών δεσμών που υπήρχαν έως τότε και από τη συγκρότηση νέων κοινωνικών αναφορών στο χώρο της παρανομίας. Οι προβληματικές σχέσεις που δημιουργούνται μέσα στην οικογένεια εξαιτίας της αύξουσας προβληματικής χρήσης, οδηγούν αργά ή γρήγορα στην εγκατάλειψη της οικογενειακής στέγης, τη συγκατοίκηση και τη σύναψη σχέσεων αποκλειστικά με άλλους χρήστες και περαιτέρω σε απώλεια ή αδυναμία εύρεσης απασχόλησης. Οι ανάγκες λήψης της ουσίας ουσιαστικά εξαθλιώνουν οικονομικά και κοινωνικά το χρήστη. Η προσπάθεια δημιουργίας νέων κοινωνικών αναφορών (που δεν γίνονται ποτέ δεσμοί), καταλήγουν στην απομόνωση από το προηγούμενο κοινωνικό του περιβάλλον,την εσωστρέφεια και κυρίως συνοδεύονται με την μετάπτωση σε ένα κατώτερο κοινωνικό status.

Ειδικότερα, η προσκόλληση του εξαρτημένου σε συγκεκριμένες ομάδες όμοιων του, είναι τυπικό γνώρισμα αυτής της διαδικασίας. Ενώ στην αρχή αυτή η τάση ήταν λειτουργική για να μπορεί να κρατά το μυστικό του μακριά από τους δικούς του (βλ. και προηγ. Becker), με την προϊούσα κοινωνική απομόνωση από το έως χθες οικείο περιβάλλον του, το νέο περιβάλλον των «συντρόφων στην πρέζα» αποκτά υπαρξιακή αξία καθώς μόνο από εκεί βρίσκει αποδοχή. Η καταξίωση του εαυτού και η αυτοεκτίμηση αντλούνται πλέον σε συνάρτηση με την ικανότητά του να «μάθει», να αποδεχθεί, να προσαρμοστεί και να αφομοιώσει τους κανόνες της ομάδας. Πρόκειται για μια διαδικασία μάθησης κανόνων παραβατικής συμπεριφοράς όμοιας με κάθε άλλη διαδικασία μάθησης (π.χ. αυτή που μαθαίνουμε στο σχολείο) κατά την κλασσική πλέον θεωρία του Sutherland (SutherlandE.H., Cressey, 1978 (1996), 114-120. Γασγαλίδης, (2005)). Τι μαθαίνει ο χρήστης κατά τη διαδιακασία αυτή;

  • Τη δυνατότητα να προμηθεύεται ναρκωτικά και τη δυνατότητα να τα διαθέτει σε άλλους.
  • Να αντιμετωπίζει τις πιέσεις που δέχεται από την οικογένεια, τις διωκτικές αρχές κλπ. με ψυχραιμία.
  • Να επιβάλλεται στην πιάτσα ή τον μικρόκοσμο του περιθωρίου (Γασγαλίδης, 2005).
  • Να «χειρίζεται» το οικογενειακό ταμείο: «πρωτοκλέβει» ή «δανείζεται» από την οικογένεια και στη συνέχεια δανείζεται από παντού.

3) Η εμπλοκή με το ποινικο-κατασταλτικό σύστημα

Στην πλειονότητά τους, οι ερωτηθέντες που συμμετείχαν στην έρευνα του Ο.ΚΑ.ΝΑ. (Βιδάλη, 2008), πριν από την εμπλοκή τους με τα ναρκωτικά δεν είχαν κανένα πρόβλημα ή μπλέξιμο με το νόμο ή την αστυνομία. Μετά την εμπλοκή όμως, οι περισσότεροι διώχτηκαν ή συνελήφθησαν με αφορμή ή προς εξυπηρέτηση αναγκών της εξάρτησης καθώς η επαφή με ένα στρώμα μικροδιακινητών ή μικρεμπόρων μέσω τρίτου γίνεται από την αρχή της εμπλοκής με τις ουσίες. Επομένως, χωρίς να είναι άμεσα συνειδητή επιλογή (αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και εκτίμησης των πραγμάτων), οι εξαρτημένοι αρχίζουν τη συστηματική ανάμειξη με την παρανομία από την αρχή της εμπλοκής τους με τη χρήση (βλ. και προηγουμένως). Όταν όμως γίνουν προβληματικοί χρήστες, η επαφή τους με το μικρο-έγκλημα παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη εξέλιξη. Από τη στιγμή που ο εξαρτημένος έχει εξαθλιωθεί κοινωνικά και οικονομικά και έχει λύσει και τους δεσμούς με την οικογένεια, τότε, ως κοινωνικά αποκλεισμένος πλέον, εκτός από τα ναρκωτικά εμπλέκεται και με την παρανομία (περιβάλλουσα εγκληματικότητα), γεγονός που έρχεται ως αναπόφευκτη «λύση» σε μια εξαθλιωμένη ζωή, που οδηγεί αναπόφευκτα στην εμπλοκή με το ποινικοκατασταλτικό σύστημα.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα να αντλήσει χρήματα από την οικογένεια, μια ενδεχόμενη φάση είναι η πώληση αντικειμένων του σπιτιού και κατόπιν, αφού όλα αυτά έχουν τελειώσει, μαθαίνει τη διάρρηξη και την κλοπή, την πλαστογράφηση συνταγών ή την απάτη, τη μικροδιακίνηση ουσιών: κλέβει εκτός σπιτιού (κινητά, χρυσαφικά), «μπουκάρει» σε σπίτια ή ακόμα κάνει μικροληστείες και σε άλλες περιπτώσεις αρχίζει εκδίδεται, αν δεν ακολουθήσει μία εγκληματική πορεία (Γασγαλίδης, 2005, Βιδάλη, 2008). Η περιστασιακή πορνεία φαίνεται ότι είναι το τελευταίο στάδιο, όπου κάνει και ένα «ποιοτικό άλμα». Συνολικά, σε αυτό το στάδιο ο εξαρτημένος προχωρά σε επιλογές οι οποίες συναρτώνται άμεσα με την αυτοεκτίμησή του: πολλοί χρήστες αναφέρουν ότι από ένα σημείο και μετά το δίλημμα είναι να πωλούν ναρκωτικά, να κλέβουν ή να εκδίδονται και όλα αυτά για να βρουν τη δόση τους. Όσο βαθαίνει η εξάρτηση μειώνονται και οι δυνατότητες εξεύρεσης χρημάτων με νόμιμο τρόπο (Γασγαλίδης, 2005). Πρόκειται όμως για μία πορεία που αρχίζει σε πολύ πρώιμη ηλικία (βλ. προηγ.) και σε πολύ σύντομο χρόνο οδηγεί στην εμπλοκή με το ποινικό σύστημα. Η ηλικία πρώτης εμπλοκής με το νόμο (δηλ. ηλικία σύλληψης και παραπομπής) σύμφωνα με όλους τους ερωτηθέντες πλην ενός, είναι εκείνη των 14-15 ετών περίπου.

4) Η κοινωνική εξαθλίωση

Η εμπλοκή τους με το μικρο-έγκλημα έρχεται επομένως ως «φυσικό» και αναπότρεπτο επακόλουθο της χρήσης, αλλά και ως μια επιλογή ανάμεσα σε δύο ακόμα χειρότερες. Στο σημείο αυτό, ο κοινωνικός στιγματισμός οριστικά πλέον καθορίζει τη ζωή του εξαρτημένου. Η κατάχρηση νομίμων ψυχοτρόπων ουσιών στιγματίζει μόνο όταν είναι πλέον εμφανείς οι κοινωνικές συνέπειές της (Γασγαλίδης, 2005). Τότε είναι που ο εξαρτημένος αλλάζει ουσιαστικά κοινωνική τάξη: η μετάπτωση σε ένα κατώτερο κοινωνικό status, όπώς προαναφέρθηκε, καθορίζει και την μόνιμη εμπλοκή με την εγκληματικότητα και τη συμμετοχή στην εξάπλωση της ζήτησης. Η κοινωνική κινητικότητα για τους εξαρτημένους χρήστες είναι μόνο προς την κατεύθυνση του αποκλεισμού και της εξαθλίωσης. Το πεδίο της ζήτησης ναρκωτικών είναι ένας χώρος κοινωνικής διαλογής για τους εξαρτημένους χρήστες που λειτουργεί σε φθίνουσα κλίμακα. Πουθενά και κανείς από όσους ρωτήθηκαν, δεν αναφέρει μία κινητικότητα των χρηστών προς τα πάνω, δηλαδή, προς το επαγγελματικό εμπόριο. Ωστόσο, όλα αυτά καθορίζουν πλέον όχι μόνο μία βαθύτερη αλλαγή στο άτομο που έχει σχέση με την κοινωνική του ταυτότητα, αλλά και μια κοινωνική καθήλωση.

Ο Γασγαλίδης (ό.π.) πριν δέκα περίπου χρόνια περιέγραψε ανάγλυφα την κατάσταση των χρηστών που προσεγγίζουν τα θεραπευτικά προγράμματα: «Οι περισσότεροι χρήστες που προσέρχονται στα θεραπευτικά προγράμματα δεν έχουν ολοκληρώσει τη σχολική εκπαίδευση, δεν έχουν μάθει κάποιο επάγγελμα, δεν έχουν εργαστεί συστηματικά στη ζωή τους, έχουν φυλακιστεί, τα νόμιμα έσοδά τους προέρχονται από την οικογένεια ή από κοινωνικό βοήθημα, είναι καταχρεωμένοι, είναι στιγματισμένοι, είτε ως εγκληματίες είτε ως ασθενείς, δεν εμπιστεύονται κανέναν και για τίποτε, αλλά δεν τους εμπιστεύεται και κανείς, έχουν εκπαιδευτεί να διασφαλίζουν τα απαραίτητα με κοινωνικά εξαιρετικά προβληματικούς τρόπους· θεωρούν δε ότι αυτό είναι και το μόνο περιθώριο κινήσεων που τους απομένει...». Σήμερα τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει πολύ, αν λάβουμε υπόψη τα στοιχεία για τους αιτούντες θεραπεία (βλ. προηγ.).

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.