Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και η Αστυνομία

Η Ε.Σ.Δ.Α. και ο Χ.Θ.Δ.Ε.Ε., παρά την ποιοτική τους διαφορά σε ό,τι αφορά το εύρος των δικαιωμάτων που προστατεύουν, είναι ταυτόσημες ως προς το νόημα του περιεχομένου τους αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα 1ης γενιάς. Σε πολλές περιπτώσεις, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβάλλει στην προστασία τους από παράνομη δράση της Αστυνομίας. Παρά το πλήθος αποφάσεων που έχει εκδώσει το Ε.Δ.Α.Δ., στο πεδίο των ναρκωτικών η νομολογία του είναι σπάνια και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα δεν υπάρχει σχετική απόφαση. Αυτό εκτιμάται ότι μπορεί να συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η αστυνομία δεν χρησιμοποιεί παράνομη βία σε βάρος εξαρτημένων. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι εξαρτημένοι δεν έχουν προσβασιμότητα και ενδεχομένως δεν είναι σε θέση ή αγνοούν πλήρως τη σχετική δυνατότητά τους. Παρόλα αυτά, η επιλεκτική αναφορά σε ορισμένες διατάξεις που εκ του νόμου εμπλέκεται η Αστυνομία είναι σκόπιμη, καθώς η γνώση σχετικά με το πότε μπορούν να παραβιαστούν τα όρια της νομιμότητας σύμφωνα και με την ΕΣΔΑ, αποτελεί εργαλείομείωσης της βλάβης και προστασίας των αστυνομικών κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (π.χ. στο στάδιο της κράτησης στο Αστυνομικό Τμήμα, στη διάρκεια περιπολίας ή ανάκρισης ή σε απρόβλεπτα περιστατικά).

  1. Στο άρθρο 2 της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπεται ότι το δικαίωμα στη ζωή προστατεύεται από το νόμο εκτός από την περίπτωση εκτέλεσης νόμιμης ποινής θανατικής καταδίκης. Η στέρηση της ζωής δεν θεωρείται ότι επιβλήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 2 όταν προκύπτει από βία η χρήση της οποίας είναι απολύτως αναγκαία:

    α) Για την υπεράσπιση οποιουδήποτε προσώπου από την άσκηση παράνομης βίας εναντίον του.
    β) Για την πραγματoπoίηση νόμιμης σύλληψης ή για να παρεμποδιστεί η απόδραση προσώπου που κρατείται νόμιμα.
    γ) Για την καταστολή, σύμφωνα με το νόμο στάσεως ή ανταρσίας.

  2. Οι λίγες λέξεις του άρθρου 3 είναι αντιστρόφως ανάλογες με το βάθος των εννοιών του και συμπυκνώνουν όλη την απαξία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στα βασανιστήρια και την κακομεταχείριση: «Ουδείς επιτρέπεται να υπoβληθή εις βασάvoυς ούτε εις πoιvάς ή μεταχείρισιν απανθρώπoυς ή εξευτελιστικάς».

    Όσον αφορά τον προσδιορισμό των βασανιστηρίων, γίνεται αποδεκτό (Reidy, A., 2002, σ. 9) ότι υπάρχει ένα μεγάλο εύρος τύπων συμπεριφοράς, αλλά και συγκεκριμένες πράξεις οι οποίες μπορεί να παραβιάσουν το άρθρο 3 και ότι οι εν δυνάμει δράστες του άρθρου 3 είναι μεταξύ τους διαφορετικοί. «….Πότε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξεις προσβάλλουν το άρθρο 3, πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τόσο αντικειμενική όσο και υποκειμενική εξέταση. Το άρθρο 3 περιέχει δύο ουσιαστικές πτυχές καθώς και διαδικαστικές πτυχές, όπώς η υποχρέωση να διερευνηθούν εκ πρώτης όψεως οι ισχυρισμοί περί των βασανιστηρίων και άλλων μορφών απάνθρωπης μεταχείρισης. Το άρθρο 3 μπορεί να παραβιάζεται από σκόπιμη πρόκληση της κακομεταχείρισης και επίσης από αμέλεια ή αποτυχία να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα ή να παρέχει επαρκείς όρους περίθαλψης….».

    Το άρθρο 3 επιβάλλει τόσο αρνητικές όσο και θετικές υποχρεώσεις: αρνητική υποχρέωση είναι, για παράδειγμα,η αποχή κάποιου από ορισμένες ενέργειες ενώ θετική υποχρέωση θεωρείται η ανάληψη δράσης για την διασφάλιση των δικαιωμάτων των ατόμων και την προστασία τους από απαγορευμένη μεταχείριση (Reidy, A., 2002, σ. 9).

    Επίσης, το αν θα χαρακτηριστεί μια πράξη ως βασανιστήριο δεν έχει σχέση με το τι έκανε το θύμα. Όπώς σημειώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ): «…Το δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι το άρθρο 3 της Συµβάσεως καθιερώνει µία από τις πλέον θεµελιώδεις αξίες των δηµοκρατικών κοινωνιών. Απαγορεύει ρητώς τα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή μεταχείριση, όποιες και αν είναι οι περιστάσεις, όποια και αν είναι η πράξη του θύματος (βλ., Kaja κατά Ελλάδας, 27 Ιουλίου 2006 και επίσης μεταξύ πολλών άλλων, Labita κατά της Ιταλίας [GC], nο 26772/95, § 119, CEDH 2000-IV).

    Ο όρος βασανιστήρια σημαίνει «κάθε πράξη με την οποία προκαλείται έντονος πόνος ή ταλαιπωρία, σωματική ή ψυχική, επιβάλλεται εσκεμμένα σε ένα πρόσωπο για σκοπούς όπώς η απόκτηση από αυτό ή ένα τρίτο πρόσωπο πληροφοριών ή ομολογιών, ώστε να τιμωρηθεί για μια πράξη που αυτό ή τρίτο πρόσωπο έχει διαπράξει ή είναι ύποπτο για την τέλεση της ή για να εκφοβιστεί ή εξαναγκαστεί αυτό ή ένα τρίτο πρόσωπο ή για οποιοδήποτε λόγο που βασίζεται σε διάκριση κάθε είδους».

    Από τα προηγούμενα προκύπτουν τρία βασικά στοιχεία που συνιστούν βασανιστήρια:

    α) Η πρόκληση σοβαρών ψυχικού ή σωματικού πόνου ή ταλαιπωρίας.
    β) Η εκ προθέσεως επιδίωξη του πόνου.
    γ) Ηεπιδίωξη ενός συγκεκριμένου σκοπού, όπώς απόκτηση πληροφοριών, τιμωρία ή εκφοβισμό (ό.π., σ.12)

  3. Ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως απαράδεκτης κακομεταχείρισης μπορεί να διαφέρει από τόπο σε τόπο και αυτό είναι γνωστό και λαμβάνεται υπόψη από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Έτσι, μια ορισμένη τραχύτητα της μεταχείρισης των κρατουμένων τόσο από αστυνομικές όσο και στρατιωτικές αρχές είναι ανεκτή από τους περισσότερους κρατούμενους και θεωρείται ακόμη και δεδομένη. Συνεπώς, το σημείο μέχρι το οποίο κρατούμενοι και κοινό μπορούν να αποδεχθούν ότι η σωματική βία που τους ασκείται δεν είναι υπερβολικά σκληρή, ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων κοινωνιών ακόμη και μεταξύ των διαφόρων τμημάτων τους (βλ. ό.π. 10).

    Η κακομεταχείριση πρέπει να αφορά ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3. Η εκτίμηση αυτού του ελαχίστου ορίου είναι εκ φύσεως σχετική. Εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης και ειδικότερα από το είδος και το πλαίσιο της μεταχείρισης, από τον τρόπο τελέσεώς της, από τη διάρκειά της, από τις επιπτώσεις της (σωματικές ή ψυχικές) καθώς και, ενίοτε, από το φύλο, την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του θύµατος1. Παρόλα αυτά, έχει επίσης έχει αναγνωριστεί ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ σκληρής μεταχείρισης από τη μία πλευρά και παραβίασης του άρθρου 3 από την άλλη, μπορεί μερικές φορές να είναι δύσκολο να χαραχθεί (Reidy, A., όπ., σ. 10).

    Ο ελάχιστος βαθμός σοβαρότητας που γίνεται δεκτός ότι πρέπει να υπάρχει, δηλαδή η ένταση της πράξης προσδιορίζεται από:

    • τη διάρκειά της
    • τις φυσιολογικές (σωματικές) και ψυχολογικές επιπτώσεις της
    • την κατάσταση του θύματος (φύλο, ηλικία και κατάσταση της υγείας του)
    • τον τρόπο και τη μέθοδο με την οποία διαπράχθηκε (ό.π.).

  4. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, υπάρχει διαφορά μεταξύ των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (Ιreland v. United Kingdom (Appl. No. 5310/71). Για να χαρακτηριστεί η μεταχείριση ως «βασανιστήριο», πρέπει να προκλήθηκε σκόπιμα και να είναι εξαιρετικά σκληρής και σοβαρής φύσης. Η κακομεταχείριση, τόσο σε ό,τι αφορά την σκοπιμότητα όσο και τη σοβαρότητά της πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των σημερινών (κατά περίπτωση) συνθηκών [Selmouni v. France (Appl. No. 25803/94)]. Παρά το γεγονός ότι ο σκοπός της πράξης μπορεί να ληφθεί υπόψη, η απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση σε αντίθεση με τα βασανιστήρια δεν είναι ανάγκη να προκλήθηκε σκόπιμα. Ως εκ τούτου, η κακομεταχείριση πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο στο οποίο εφαρμόζεται και η ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείριση πρέπει να υπερβαίνει το βαθμό κακοπάθειας που επέρχεται αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα μιας νόμιμης πράξης ή κύρωσης. Εάν η μεταχείριση δεν θεωρείται απάνθρωπη αλλά μόνο εξευτελιστική, τότε υπάγεται στην παράβαση του άρθρου 4 [σ.σ. του ΧάρΘΔτης Ε.Ε.] που αναφέρεται σε σοβαρή ταπείνωση (π.χ. σεξουαλική ταπείνωση εξαναγκασμός γύμνωσης κλπ.) (Kjaerum M., 2005, σ.48).

    Το Δικαστήριο έχει κρίνει «απάνθρωπη» μία μεταχείριση για τον λόγο ιδίως ότι εφαρμόστηκε με πρόθεση για πολλές ώρες και ότι προκάλεσε είτε σωματικές βλάβες ή έντονη σωματική ή ψυχική οδύνη. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει μια μεταχείριση ως «εξευτελιστική», εφόσον από τη φύση της δημιουργούσε στα θύματα αισθήματα φοβίας, αγωνίας και κατωτερότητας, που υπήρξαν ικανά να τα ταπεινώσουν και να τα εξευτελίσουν (βλέπε, για παράδειγμα, Kudla κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 92, CEDH 2000-XI). Ερευνώντας αν μία συγκεκριμένη μορφή μεταχείρισης είναι «εξευτελιστική» με την έννοια του άρθρου 3, το Δικαστήριο θα εξετάσει αν ο σκοπός της συγκεκριμένης μεταχείρισης ήταν να ταπεινώσει και να μειώσει τον ενδιαφερόμενο και αν, δεδομένων των συνεπειών του, το μέτρο προσέβαλε ή όχι την προσωπικότητα αυτού κατά τρόπο ασύμβατο προς το άρθρο 3 (Albert et Le Compte κατά Βελγίου, απόφαση της 10 Φεβρουαρίου 1983, série A no 58, σελ.13, § 22). Συνεπώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ερώτημα κατά πόσο η μεταχείριση είχε ως στόχο να εξευτελίσει ή να μειώσει το θύμα, αποτελεί ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ωστόσο, η απουσία παρόμοιου στόχου δεν οδηγεί απαραιτήτως στη διαπίστωση µη παραβιάσεως του άρθρου 32. Η οδύνη και η ταπείνωση που δημιουργούνται πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνουν εκείνες που ενέχει αναπόφευκτα μία δεδομένη μορφή νόμιμης μεταχείρισης ή ποινής. Ως προς τούτο, ο δημόσιος χαρακτήρας της ποινής ή της μεταχείρισης μπορεί να συνιστά ένα σημαντικό και επιβαρυντικό στοιχείο (βλέπε, για παράδειγμα, Raninen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997, Recueil 1997-VIII, σελ.2821-2822, § 55). Εν τούτοις, μπορεί να επαρκεί και μόνο το γεγονός ότι το θύμα ταπεινώθηκε στα δικά του μάτια, ακόμα κι αν δεν ταπεινώθηκε στα μάτια των άλλων3.

 


1 Απόφαση SD κατά Ελλάδας, 11.06.2009 , Raninen κατά της Φιλανδίας, απόφαση 16.12.1997, Recueil des arrêts et decisions 1997-VIII, σελ. 2821-2822, § 55, Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 18 Ιανουαρίου 1978, série A no 25, σελ.65, § 162.

2 Βλ. Peers κατά Ελλάδας, αριθ. 28524/95, § 74, CEDH 2001-III και Kalashnikov κατά Ρωσίας, αριθ. 47095/99, § 101, CEDH 2002-VI), Σερίφης κατά Ελλάδας,2.11.2006 (§ 31-33)

3 Βλέπε Tyrer κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 25 Απριλίου 1978, série A no 26, § 32, Smith et Grady κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 33985/96 και 33986/96, § 120, CEDH 1999-VI, Erdogan Yagiz κατά Τουρκίας, αριθ. 27473/02, § 37, 6 Μαρτίου 2007 και Riad et Idiab κατά Βελγίου, αριθ. 29787/03 και 29810/03, §§ 95-96, 24 Ιανουαρίου 2008).

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.