ΕΣΔΑ: Το μέτρο εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου

Εκτός όμως από τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, σήμερα γίνεται δεκτό (Συμεωνίδου & Καστανίδου, 2013) ότι ακόμα και όταν η έρευνα, η προσαγωγή και η σύλληψη είναι νόμιμες, οι συνθήκες υπό τις οποίες οι ενέργειες υλοποιούνται, όπώς για παράδειγμα η δημόσια χρήση σωματικής βίας ή και η δέσμευση με χειροπέδες, ο βίαιος εξαναγκασμός του υπόπτου να γονατίσει ή να υποστεί σωματική έρευνα δημόσια, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του και ακόμα και όταν δεν υπάρχουν οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία να μπορούν να στηρίζουν τις αναγκαίες κατά τον ΚΠΔ (άρθρο 257) υπόνοιες τέλεσης αξιόποινής πράξης, εμπίπτουν κατά κανόνα σε άλλες αξιόποινες πράξεις που αφορούν την προσβολή της τιμής.

Επιπλέον, τέτοιες συμπεριφορές της αστυνομίας, εφόσον υπερβαίνουν τον αναγκαίο βαθμό ταπείνωσης, που συνεπάγεται η λήψη κάθε νόμιμου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού, και έχουν επιπρόσθετα ένα ελάχιστο επίπεδο βαρύτητας, που εξαρτάται από όλες τις συνθήκες κάθε περίπτωσης (διάρκεια μεταχείρισης, κατάσταση υγείας του θύματος, επίδραση στη φυσική και πνευματική κατάσταση του ατόμου) μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (ό.π.).

Έτσι η πρόκληση σωματικών βλαβών κατά τη σύλληψη χαρακτηρίζεται σε κάθε περίπτωση ως απάνθρωπη μεταχείριση, όταν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την πραγματοποίηση της σύλληψης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, οι απαξιωτικές συνθήκες κράτησης (περιορισμός χώρου για μεγάλο χρονικό διάστημα, έλλειψη φωτισμού, έλλειψη ιδιωτικότητας για την ικανοποίηση φυσικών αναγκών, ελλιπής ιατρική περίθαλψη) κατά την κράτηση στο αστυνομικό τμήμα, αν και δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν σκοπό ταπείνωσης, έχει κριθεί ότι συνιστούν προσβολές της αξιοπρέπειας καθώς οι απαράδεκτες συνθήκες κράτησης και η παράλειψη του κράτους να τις βελτιώσει, συνιστούν καθαυτές έλλειψη σεβασμού προς το άτομο (Συμεωνίδου & Καστανίδου, 2013).

Από τα προηγούμενα προκύπτει το πλαίσιο εντός του οποίου είναι υποχρεωμένοι να δρουν οι αστυνομικοί και κατά την αστυνόμευση των εξαρτημένων.

Το ζήτημα που ανακύπτει, όμως, είναι ότι, με βάση τις στρατηγικές για τα ναρκωτικά που ακολουθούνται και στην Ελλάδα και ειδικά στο πεδίο της μείωσης της βλάβης, διαπιστώνεται ένα νομικό κενό ή αντίφαση. Έτσι, ενώ λαμβάνονται μέτρα για τη μείωση της βλάβης της υγείας κλπ. των εξαρτημένων σε επίπεδο πολιτικών υγείας και ελέγχου της διάδοσης των ψυχοτρόπων ουσιών, ταυτόχρονα δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη που να κατοχυρώνει τους αστυνομικούς, ώστε να μην προβαίνουν σε συλλήψεις εξαρτημένων, ενώ η ήπια ποινική αντιμετώπιση οδηγεί τελικά τους αστυνομικούς στο να μεταβάλλονται σε απλούς «διαχειριστές του χώρου» σε ό,τι αφορά την παρουσία των εξαρτημένων στο δρόμο και τον έλεγχο της λιανικής αγοράς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όπώς συμβαίνει και αλλού, η δουλειά της αστυνομίας συχνά να συρρικνώνεται στη μετακίνηση των εξαρτημένων από περιοχή σε περιοχή, με όλες τις δυσμενείς και άτυπες, κυρίως, διαστάσεις που έχει αυτό. Επομένως, υπό το παρόν θεσμικό πλαίσιο, η αστυνομία εκ του νόμου ασκεί «προληπτική καταστολή» στο πεδίο των εξαρτήσεων.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.