Υπόνοια και συμπεριφορά

Κρίσιμα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι τα στοιχεία της υπόνοιας (υποψίας) και της συμπεριφοράς.

1. Παλαιότερα, η έννοια της υπόνοιας ταυτιζόταν με κρίση-αξιολόγηση των συνθηκών από τον αστυνομικό με βάση έντονα υποκειμενικά στοιχεία, τα οποία εξαρτώνται από την ψυχολογική συγκρότηση του αστυνομικού και βάσει των οποίων ο αστυνομικός πιθανολογούσε μέσω επαγωγικών συλλογισμών. Δηλαδή, «αφού βλέπω αυτό, τότε θα συμβαίνει και εκείνο» (Λίβος Ν., Ποιν. Χρ. ΜΕ, Ελληνική Αστυνομία, Εγκύκλιος, Αριθ. Πρωτ: 7100/22/4α/ 17 Ιουνίου 2005).

Στο πλαίσιο αυτό σύμφωνα με το άρθρο 74 Π.Δ.141/91, ο έλεγχος ταυτότητας και η προσαγωγή προαπαιτούν την ύπαρξη υπόνοιας τέλεσης εγκληματικής πράξης. Η διενέργεια σωματικής έρευνας (πόσο μάλιστα όταν αυτή ενεργείται σε δημόσιο χώρο) απαιτεί, όμως, να υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη (άρθρο 96) για τη διενέργειά της: Η Ελληνική Αστυνομία δέχεται (Εγκύκλιος, Αριθ. Πρωτ: 7100/22/4α/ 17 Ιουνίου 2005) ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων α) της σοβαρής υπόνοιας τελέσεως αξιόποινης πράξης ή β) της απόλυτης ανάγκης (άρθρο 96, παρ. 3 Π.Δ. 141/1991) «...πρέπει να βασίζεται σε ειδικά αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία, τα οποία να είναι επαρκή και πρόσφορα να δικαιολογήσουν κατά νόμο τη σωματική έρευνα....». Ωστόσο, αμέσως μετά σημειώνεται στην ίδια εγκύκλιο αυτό που αναφέραμε στην αρχή, δηλαδή ότι «...Η έννοια των ‘‘υπονοιών’’ ή της ‘‘απόλυτης ανάγκης’’ είναι ωστόσο, αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το πρόσωπο εκείνου στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα να τις αξιολογεί, δηλαδή του επιληφθέντα αστυνομικού. Όπώς είναι γνωστό, σε κανένα νομοθετικό κείμενο δεν περιλαμβάνεται ορισμός της έννοιας του υπόπτου ή των υπονοιών...».

Παρά το γεγονός ότι πράγματι είναι ο ίδιος ο αστυνομικός και η συγκρότηση του που τελικά θα καθορίσουν την τροπή της υπόθεσης, σήμερα γίνεται δεκτό ότι η υπόνοια δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε εμπειρικές και στερεοτυπικές, πόσο μάλλον αυθαίρετες, ερμηνείες του όρου από τον αστυνομικό, αλλά οφείλει να θεμελιώνεται σε εξατομικευμένα αντικειμενικά ή υποκειμενικά στοιχεία ή πληροφορίες, ώστε να είναι δυνατόν να δικαιολογείται η εκτίμηση της εμπλοκής σε εγκληματική πράξη με βάση τους κανόνες της λογικής (ΕΔΑΔ: Υπόθεση Fox, Campbell, Hartley κατά Αγγλίας, 1990, σε Συμεωνίδου –Καστανίδου, 2013:9).

Ειδικότερα, ο αστυνομικός θα πρέπει να μπορεί να συνδέσει αυτή την υπόνοια με κάτι συγκεκριμένο και όχι γενικά και αφηρημένα με τη διάπραξη μιας εγκληματικής πράξης. Επίσης, θα πρέπει να μπορεί (προφανώς αβίαστα) να δικαιολογεί τη σχέση ανάμεσα στο μέσον που επέλεξε και στον επιδιωκόμενο αστυνομικό σκοπό. Δηλαδή, να δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο επιλέγει να κάνει σωματική έρευνα σε σχέση με το έγκλημα για το οποίο έχει την υπόνοια ότι διαπράχθηκε και σε σχέση με τη στάση του υπόπτου. Ο σκοπός ελέγχου και τα μέσα επίτευξής του θα πρέπει να τελούν σε αναλογία με το εκάστοτε πληττόμενο ή περιοριζόμενο ατομικό δικαίωμα του ελεγχόμενου.

Συνεπώς, υπό την αίρεση ότι ο ελεγχόμενος βεβαιώνει την ταυτότητα του όπώς προβλέπεται:

- Η παρουσία και μόνο ενός ατόμου σε χώρους υψηλής εγκληματικότητας δεν αποτελεί ένδειξη εγκληματικής εμπλοκής, καθώς κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογεί την παρουσία του σε δημόσιο χώρο.
- Ούτε επίσης η εμπλοκή σε εγκληματικές πράξεις παλαιότερα, αποτελεί ένδειξη εμπλοκής με εγκληματική πράξη και, επομένως, δεν δικαιολογεί ούτε τον έλεγχο ούτε την προσαγωγή στο Αστυνομικό Τμήμα.

Δηλαδή, από την στιγμή που κάποιος θα είναι σε θέση να βεβαιώσει την ταυτότητά του, το ενδιαφέρον της αστυνομίας κατ’ αρχήν οφείλει να σταματάει εκεί, ανεξάρτητα εάν η περιοχή είναι προβληματική ή ο ελεγχόμενος έχει ποινικό μητρώο ή είναι «γνωστός» στην αστυνομία.


2. Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο για την οποιαδήποτε περαιτέρω αστυνομική ενέργεια (που συναρτάται με το πρώτο) είναι η συμπεριφορά του πολίτη.

- Η αρνητική συμπεριφορά απέναντι στους ελέγχοντες αστυνομικούς και η απαίτηση να εξηγηθούν οι λόγοι του ελέγχου, δεν αποτελούν επίμεμπτες ή ύποπτες πράξεις/συμπεριφορές.
- Τις προϋποθέσεις για την κίνηση υπονοιών, πληρεί μόνο εκείνη η συμπεριφορά, η οποία, κατά την κοινή πείρα ή κατά τις ειδικές εμπειρίες και γνώσεις των αστυνομικών, θα μπορούσε να συνδεθεί αιτιωδώς με την τέλεση αξιόποινων πράξεων.
- Προσαγωγή προσώπων προς εξακρίβωση της (ανεπισήμως λεγομένης) ‘‘δικαστικής ταυτότητας’’(δηλαδή του αν τυχόν φυγοδικούν), πέραν του ήδη επιδειχθέντος δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, αδιακρίτως και χωρίς αιτιώδη σύνδεση προς εγκληματική ενέργεια, δεν είναι σύννομες, καθόσον αντιβαίνουν κατ’ αρχήν στον ανωτέρω συνταγματικό κανόνα. Επομένως, δεν επιτρέπεται προσαγωγή όταν κάποιος, κατά την κρίση της αστυνομίας με βάση τον τόπο, το χρόνο, τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρουσία του στο χώρο ή η αστυνομία δεν την θεωρεί πειστική, αν και είναι σε θέση να βεβαιώσει την ταυτότητά του. Συνεπώς, κακώς κρίθηκαν (για παράδειγμα) ύποπτοι, δεσμεύτηκαν με χειροπέδες και μεταφέρθηκαν στο αστυνομικό τμήμα νεαροί που δήλωσαν ότι πάνε για μπάνιο, αλλά η αμφίεσή τους δεν υποδήλωνε κατά τους αστυνομικούς κάτι τέτοιο, αφού φορούσαν μπλούζες και τζίν (Συν. Πολ. 2007).

Συνολικά, ένας καλός κανόνας πρακτικής κατεύθυνσης είναι ότι ο νόμος επιβάλλει σε κάποιον καταναγκασμό για αυτό που κάνει και όχι για αυτό που είναι. Έτσι, η αναζήτηση του τι κάνει κάποιος, μπορεί να τεκμηριώσει μια υποψία και επιπλέον αυτό εναπόκειται στην αστυνομία να το αποδείξει.

Αφού διευκρινίσαμε ορισμένα στοιχεία σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια σε ότι αφορά την υπόνοια και τη συμπεριφορά, θα αναφερθούν στη συνέχεια η σχέση ανάμεσα στις γενικές αρχές που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας και την ίδια τη δράση της.
Η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας όπώς προαναφέρθηκε διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, η εφαρμογή της οποίας τεκμηριώνεται με βάση την αρχή (κριτήριο) α) της καταλληλότητας (προσφόροτητας) του μέσου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, β) της αναγκαιότητας και γ) της αναλογικότητας με τη στενή έννοια.
Το προσφορότερο μέσον και η σχέση του με το συγκεκριμένο αστυνομικό σκοπό, συνιστά εκείνο το καταναγκαστικό μέτρο, που σύμφωνα με την κοινή πείρα μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίο για να συνδεθεί αιτιωδώς με τον επιδιωκόμενο σκοπό/ αποτέλεσμα. Η αναγκαιότητα σταθμίζεται με βάση το εάν το μέτρο που επιβλήθηκε ήταν αυτό που, σε σύγκριση με τα άλλα μέσα, μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό του καλύτερα, αλλά με τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη. Συνεπώς, η αναφορά που έγινε στην αρχή της ενότητας ότι ο αστυνομικός θα πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει το καταναγκαστικό μέτρο που επέβαλε σε αναλογία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, σημαίνει καταρχήν ότι, με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά το κριτήριο της αναγκαιότητας, το μέτρο αυτό, για παράδειγμα σωματική έρευνα ή προσαγωγή, είναι απολύτως αναγκαίο. Δηλαδή, εάν δεν είναι απολύτως αναγκαίο, δεν επιβάλλεται.
Ας σημειωθεί ότι η υποκειμενική στάση που έχουν οι αστυνομικοί απέναντι στην πράξη τους ή η ερμηνεία που αυτοί δίνουν στο περιεχόμενο των διατάξεων που εφαρμόζουν, δεν επηρεάζει τελικά τον άδικο χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους και ο πολίτης έχει δικαίωμα να αμυνθεί.
Οι έρευνες προσώπων (σωματικές) (άρθρο 96, Π.Δ.141/1991) που διενεργεί η Ελληνική Αστυνομία, γίνονται όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή, είναι ο ελέγχων αστυνομικός που σταθμίζει πότε υπάρχει απόλυτη ανάγκη. Η έρευνα υπόκειται, όπώς και κάθε δράση της Αστυνομίας, στην αρχή της νομιμότητας και της αναλογικότητας (δηλαδή, της ισορροπίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο αστυνομικό σκοπό και το μέσον επίτευξής του).

Όπώς προαναφέρθηκε, για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας υπεισέρχονται τρία κριτήρια αρχές:

α) Η αρχή της αναγκαιότητας: Δηλαδή, η επιλογή ενός μέσου καταναγκασμού έναντι άλλου μέτρου, όταν ο αστυνομικός δεν μπορεί να επιλέξει κάτι άλλο και υπό την αίρεση ότι αυτό που επέλεξε συνεπάγεται και τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον πολίτη).
β) Η αρχή της καταλληλότητας: Δηλαδή, το μέσον που επέλεξε θα πρέπει είναι το προσφορότερο για την επίτευξη του αστυνομικού σκοπού.
γ) Η αρχή της αναλογικότητας με τη στενή έννοια: Δηλαδή, η εφαρμογή του μέτρου (εκτός από κατάλληλη και αναγκαία) θα πρέπει να οδηγεί και σε μία ωφέλεια που θα υπερτερεί της βλάβης που προξένησε ο περιορισμός από την επιβολή του μέτρου. Τόσο το Συμβούλιο της Επικρατείας, όσο και η ελληνική θεωρία συμφωνούν επί αυτών των αρχών εδώ και χρόνια (Παπαιωάννου, 2006).
Η αρχή της αναλογικότητας με τη στενή έννοια διακρίνεται σε τρεις επιμέρους αρχές: α) την αρχή του ηπιώτερου μέσου, β) την αρχή της αποφυγής ασύμμετρων δυσανάλογων συνεπειών και γ) την απαγόρευση της χρονικής ασυνέπειας–υπερβολής. Προκειται για κατ΄εξοχήν κριτήρια τα οποία σχετίζονται με την δράση της αστυνομίας.
Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, προκύπτει ότι από τα περισσότερα δυνατά μέσα που η αστυνομία διαθέτει, θα πρέπει ο αστυνομικός να επιλέξει το ηπιότερο, δηλαδή αυτό που βαρύνει λιγότερο τον ερευνώμενο.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, βάσει της αρχής του ασύμμετρου βάρους/των δυσανάλογων συνεπειών, εάν δηλαδή οι συνέπειες που θα προκληθούν από την επιβολή του μέτρου βρίσκονται σε δυσαναλογία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, τότε το μέτρο δεν επιβάλλεται (Παπαϊωάνου, 2006). Επομένως, εάν για παράδειγμα ο σκοπός του αστυνομικού είναι να ελέγξει εάν ο χρήστης κατέχει μικροποσότητα ναρκωτικών προς διακίνηση, θα πρέπει κατ΄αρχήν να μπορεί να στηρίξει κάπου αντικειμενικά αυτή την υποψία του, να έχει υπόψη του σαφώς τι λέει ο νόμος γι αυτό και τι συνέπειες έχει. Εφόσον πρόκειται για εξαιρετικά μικρή ποσότητα ουσιών και ο αστυνομικός θεωρεί από τη μία πλευρά ότι ο κίνδυνος που προκαλείται από τη διακίνηση είναι ασήμαντος ποσοτικά και ποιοτικά, ενώ από την άλλη ένας σωματικός έλεγχος μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στη συγκεκριμένη τοποθεσία ή ιδιαίτερο πρόβλημα στον χρήστη λόγω της κατάστασής του εκείνη τη στιγμή ή είναι μικρή η αστυνομική δύναμη, μπορεί να αναβάλει τον έλεγχο και να εξακριβώσει μόνο τα στοιχεία.
Το ίδιο ισχύει και για τις συλλήψεις σύμφωνα με το άρθρο 119 του Π.Δ.141/91, όπου αναφέρονται οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά τη σύλληψη. Μεταξύ άλλων αναφέρεται : «(...) Όταν το πρόσωπο που πρέπει να συλληφθεί βρίσκεται μέσα σε πλήθος ή σε ομάδα που είναι σε ευθυμία ή κάτω από συνθήκες ή περιστάσεις που πιθανολογούν την εξέγερση του πλήθους εναντίον των αστυνομικών που επιχειρούν τη σύλληψη και συνεπώς τη διατάραξη της κοινής ησυχίας και τη ματαίωση της σύλληψης, εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος απόδρασης ή εξαφάνισής του, πρέπει να αναβάλλεται η σύλληψη για να προληφθεί ενδεχόμενη αντίσταση για την απελευθέρωσή του, διαφορετικά να καταβάλλεται προσπάθεια ώστε η σύλληψη να γίνεται με ενισχυμένη δύναμη. Όταν πρόκειται για αυτόφωρο έγκλημα, πρέπει να αποφεύγεται η σύλληψη του δράστη, όταν αυτό είναι ασήμαντο πλημμέλημα και απειλείται από τη σύλληψη ή διατάραξη της τάξης και η πρόκληση σοβαρότερων αξιόποινων πράξεων...».
Εφόσον λοιπόν η αποφυγή της σύλληψης προβλέπεται ρητά στο τελευταίο εδάφιο αυτού του άρθρου, είναι λογικά παράδοξο να μην μπορεί να αποφευχθεί η προσαγωγή ή ο σωματικός έλεγχος, που είναι ελαφρύτερα καταναγκαστικά μέτρα, όταν πρόκειται για κατοχή ουσιών από εξαρτημένο. Άρα, το θέμα και πάλι αφορά τη διακριτική ευχέρεια του αστυνομικού και το τι θα θεωρήσει ασήμαντο πλημμέλημα. Συνεπώς, όσα έχουμε αναφέρει ως τώρα, συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης για τις περισσότερες των περιπτώσεων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν πρέπει να γίνει σωματικός έλεγχος θα πρέπει να τηρούνται οι νόμιμοι κανόνες και η δεοντολογία (βλ. και κώδικα δεοντολογίας του αστυνομικού). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε να μην προσβάλλεται η αξιοπρέπεια του ελεγχόμενου. Αυτό ειδικά είναι σημαντικό καθώς στερεοτυπικά και συχνά προκαλείται η εντύπώςη ότι ο εξαρτημένος, επειδή έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεν αντιλαμβάνεται τις προσβολές, όταν είναι υπό την επίδραση ουσιών.

Στην πράξη η αστυνομική έρευνα διέπεται και από κάποιους τυπικούς και άτυπους κανόνες. Οι τυπικοί κανόνες αναφέρονται στο ΠΔ 141/91 και είναι οι εξής:

1. Η αυστηρότητα με την οποία καλείται ο αστυνομικός να απευθύνεται στον ελεγχόμενο, δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αγένεια, τις ύβρεις και την απαξιωτική συμπεριφορά.

2. Ο αστυνομικός θα πρέπει να είναι και να δείχνει ήρεμος και με αυτοπεποίθηση.

3. Όλες οι υποδείξεις και διαταγές (βλ. και διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας αριθ. 13/1993) για λόγους αυτό-προστασίας των αστυνομικών προβλέπουν ότι ο έλεγχος στο δρόμο πρέπει να γίνεται βλέποντας ο αστυνομικός την πλάτη του ελεγχόμενου και αφού του έχει στηρίξει τα χέρια σε τοίχο ή σε σταθερή επιφάνεια. Θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνεται υπόψη ότι αυτός ο έλεγχος θεωρείται από όσους τον υπόκεινται εξαιρετικά προσβλητικός. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να περιορίζεται ο έλεγχος αυτός στην απολύτως απαραίτητη έκταση.
• Οι οδηγίες εξάλλου που προβλέπονται από την κανονιστική διαταγή 13/1993 που προαναφέρθηκε, τόσο το άρθρο 5 σχετικά με τους ελέγχους υπόπτων όσο και το άρθρο 6 προβλέπουν ότι η διενέργεια ελέγχων και έρευνας θα πρέπει να είναι προσανατολισμένα στον έλεγχο των υπόπτων και όχι στην προβολή τους και κυρίως, στην αυτοπροστασία της αστυνομίας. Όλα αυτά όμως υπόκεινται στις αιρέσεις και προϋποθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως. Επίσης, ένα μέρος αυτής της διαταγής ενδεχομένως να συγκρούεται με διατάξεις νόμων στο πλαίσιο της μεταγενέστερες συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής της αναλογικότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

4. Δεδομένων των συνθηκών σχετικά με τους εξαρτημένους, είναι σκόπιμο οι αστυνομικοί να φέρουν ειδικά γάντια. Επίσης, ακόμα πιο κρίσιμο είναι να έχουν εξασκηθεί οι αστυνομικοί σε ελέγχους αυτής της ομάδας.

5. Η ενδεχόμενη ανυπακοή του ερευνώμενου, δεν είναι σκόπιμο να ερμηνεύεται ως αντίδραση, αντίσταση ή απειλή και έτσι να δικαιολογείται το αυστηρότερο μέσον, εφόσον ο αστυνομικός κρίνει και είναι σε θέση να εκτιμήσει εάν πράγματι το άτομο βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ή των επιπλοκών τους. Το γεγονός ότι οι εξαρτημένοι της πιάτσας «δεν καταλαβαίνουν» ή «δεν τους ακούνε», όπώς αναφέρουν οι ίδιοι οι αστυνομικοί, είναι σκόπιμο να μην προκαλεί εκνευρισμό καθώς οι χρήστες όπώς έχουμε αναφέρει έχουν άλλους ρυθμούς και χωρόχρονο. Μάλλον υπομονή θέλει (εφόσον αυτό είναι εφικτό) και αποφασιστική επιμονή παρά βιασύνη ή αυταρχισμό.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.