Διακριτική ευχέρεια

1. Η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας είναι μία εργασιακή και επιχειρησιακή αρχή, η οποία θεμελιώνει τη δυνατότητα του κάθε αστυνομικού να αποφασίζει κατά την κρίση του στο πλαίσιο του νόμου, με βάση την κοινή πείρα και τη λογική για μια σειρά από ζητήματα. Η διακριτική ευχέρεια συνιστά τον κορμό της αστυνόμευσης, όπώς αυτή συμβαίνει στην πραγματικότητα και ειδικά στο δρόμο. Ειδικότερα, επαφίεται στην κρίση του αστυνομικού να σταθμίσει εάν και πότε υπάρχουν ενδείξεις επικείμενης τέλεσης εγκληματικής πράξης και ποια ακριβώς είναι, εκείνη τη χρονική στιγμή, τα κατάλληλα μέσα για να αποτραπεί αυτό. Το ζήτημα αυτό, ως γνωστόν, έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο, καταγγελίες σε βάρος της αστυνομίας για υπέρβαση των ορίων που της παρέχει ο νόμος, καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΑΔ κλπ.

 Συγκεκριμένα, η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας προκύπτει από μία αναγκαιότητα να ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την τάξη και την ασφάλεια, τα οποία δεν μπορούν να προβλεφθούν λεπτομερειακά και εξειδικευμένα από το νόμο, λόγω της ποικιλομορφίας τους καθώς και της δυναμικής που έχει η πραγματική ζωή. Επομένως, η Πολιτεία εμπιστεύεται την αστυνομία ,και μάλιστα στο κατώτατο επίπεδο της ιεραρχίας της, στο να σταθμίζει πότε και πώς πρέπει να παρέμβει. Ωστόσο, στο σημείο αυτό αρχίζουν τα προβλήματα. Όπώς έχει διαπιστωθεί επανειλημμένα, το ζήτημα διαπλέκεται με τριών ειδών προβλήματα:

- Στη νομοθεσία περιλαμβάνεται μια σειρά από έννοιες που έχουν αξιολογικό χαρακτήρα (π.χ. υπόνοια, ύποπτος, ασφάλεια κλπ.) και οι αστυνομικοί ούτε λίγο ούτε πολύ βαρύνονται με την εξειδίκευση, δηλαδή, την ερμηνεία των αορίστων αξιολογικών εννοιών, εκφέροντας και οι ίδιοι κρίσεις με τεχνικό συχνά χαρακτήρα (ΣυνΠολ 2004).

- Η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας, που εκδηλώνεται κατ’ αρχήν με τις αξιολογικές κρίσεις, διαμορφώνεται συχνά βάσει στερεοτυπικών αντιλήψεων που είναι προβληματικές από άποψη νομιμότητας. Όπώς σχετικά αναφέρεται σε πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη (Συν.Πολ., 2007) «...το νομικό πλαίσιο της αστυνομικής δράσης προσλαμβάνεται από τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. μέσα από στερεότυπα ερμηνευτικά σχήματα, που δεν εναρμονίζονται πάντοτε προς τις αρχές του κράτους δικαίου ...».
- Επίσης φαίνεται ότι υπάρχει μία διάσταση ανάμεσα σε πολίτες και αστυνομία για το ποιες συμπεριφορές είναι επίμεμπτες καθώς «πολλές φορές οι συμπεριφορές που καταγγέλλονται από τους πολίτες δεν γίνονται καν αντιληπτές από τους αστυνομικούς, ελέγχοντες και ελεγχόμενους, ως επίμεμπτες ...». Με αυτό τον τρόπο, γίνεται πιο κατανοητή η συζήτηση που προηγήθηκε σχετικά με τον υποπολιτισμό της αστυνομίας και τους παράγοντες που συμβάλλουν στη διαστρέβλωση της έννοιας της διακριτικής ευχέρειας.Στο ζήτημα αυτό, από την πλευρά της η Ελληνική Αστυνομία τονίζει ότι «...πέραν ενός σημείου, μόνες δεσμεύσεις της κρίσης του αστυνομικού, χωρίς αυτός να απαλλάσσεται γι’ αυτό από τον έλεγχο των άκρων ορίων της κατά τη διάκρισή του δράσης του,... απομένουν ο κοινός νους και η πείρα, η κοινωνική ευαισθησία του και ο επαγγελματισμός του...».
Η σύνθετη αυτή κατάσταση που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί προβληματισμό, ρυθμίζεται, ωστόσο, από ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο που προκύπτει από τη σαφή ερμηνεία και επεξήγηση του νοήματος και των ορίων που τίθενται από τις βασικές αρχές οι οποίες διέπουν το έργο της αστυνομίας (βλ. και προηγ.).
Η κατανόηση και αφομοίωση αυτού του πλαισίου αποτελεί εχέγγυο, τόσο για την προστασία των πολιτών από καταχρηστικές ενέργειες, όσο και για τη διασφάλιση των αστυνομικών ότι τηρούν το νόμο, χωρίς να υποπίπτουν σε πειθαρχικό ή σε ποινικό αδίκημα.


2. Το πλαίσιο προκύπτει από το Σύνταγμα, την ελληνική νομοθεσία και νομολογία και επιπλέον, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία έχει πλέον δεσμευτική ισχύ (άρθρο 28 Συντ). Παρενθετικά, υπενθυμίζουμε ότι, μετά και από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, οι διατάξεις της ΕΣΔΑ και η ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επί των άρθρων της ΕΣΔΑ (νομολογία), θεωρούνται πλέον ότι αποτελούν μέτρο ερμηνείας και των συνταγματικών κανόνων (Καστανίδου, όπ.).

Υπό αυτήν την έννοια, οι διατάξεις της ΕΣΔΑ έχουν συνταγματική ισχύ που υπερέχει κατ’ επέκταση κάθε άλλης διάταξης ή νόμου. Συνεπώς, μία σειρά από ενέργειες της Διοίκησης εμπίπτουν απευθείας στο πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ και μπορούν να εφαρμοστούν από τα ελληνικά δικαστήρια.

Εξάλλου, αρκετά χρόνια τώρα, η Ελληνική Αστυνομία έχει εκδόσει σειρά από διαταγές και εσωτερικές εγκυκλίους με τις οποίες εξειδικεύει και την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη στρατηγική της στον τομέα αυτόν, αλλά και τις υποχρεώσεις των αστυνομικών κατά την αστυνομική δράση για το σεβασμό των δικαιωμάτων αυτών [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 35]. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη το πλαίσιο δράσης της αστυνομίας, είναι δυνατό να περιγράψουμε το εύρος και τους όρους άσκησης της διακριτικής της ευχέρειας, η οποία αφορά (μεταξύ άλλων): την αρμοδιότητα του αστυνομικού να προβαίνει σε ελέγχους για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας, σωματικές έρευνες, προσαγωγές, συλλήψεις κλπ. με βάση υπόνοιες ή σοβαρές υπόνοιες ότι ο ελεγχόμενος εμπλέκεται σε εγκληματική/αξιόποινη πράξη (αρθ. 74 και 96, Π.Δ. 141/1991). Πρόκειται για αρμοδιότητα που αφορά άμεσα την αστυνόμευση των εξαρτημένων. Η αστυνομία σε αυτή τη λειτουργία της που είναι προληπτική (άρθρο 96 Π.Δ. 141/1991), έχει διευρυμένες δυνατότητες που, όπώς από το ίδιο το άρθρο προκύπτει, δεν περιορίζονται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δηλαδή, η αρμοδιότητα αυτή εμπίπτει ουσιαστικά στο πεδίο της αστυνομικής προανάκρισης καθώς δεν υπάγεται σε εισαγγελικό έλεγχο παρά μόνο εκ των υστέρων.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.