Διαστάσεις της αντεγκληματικής πολιτικής

Στο πλαίσιο αυτό διαρθρώνονται και οι σχετικές αρμοδιότητες στον τομέα της αντεγκληματικής πολιτικής. Για τη δίωξη της διακίνησης, εμπορίας, καλλιέργειας κλπ. των ναρκωτικών, αρμόδιο είναι το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του πολίτη με επιμέρους υπηρεσίες και όργανα, όπώς π.χ. η Διεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών και το Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών. Σε ό,τι αφορά την απονομή Δικαιοσύνης και το Σωφρονιστικό σύστημα, αρμόδιο είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο έχει συστήσει ειδική εισαγγελική αρχή, με αρμοδιότητα την αποτροπή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο επίπεδο του Σωφρονιστικού Συστήματος, ενώ η μεταχείριση των εξαρτημένων υπάγεται στις ανάγκες απεξάρτησης μέσω της εκπόνησης προγραμμάτων και δράσεων σε συνεργασία με φορείς όπώς το ΚΕ.Θ.Ε.Α. και ο Ο.ΚΑ.ΝΑ. κλπ. [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2].

Τα ζητήματα εγκληματικότητας και ασφάλειας που συνδέονται με τα ναρκωτικά εμπλέκουν όλο το εύρος του εγκληματικού φαινομένου, καθώς αφορούν τόσο συμπεριφορές με χαμηλή κοινωνική και ποινική απαξία οι οποίες προκύπτουν με την ίδια τη χρήση απαγορευμένων εξαρτησιογόνων ουσιών, όσο και συμπεριφορές μεγάλης ποινικής απαξίας που είναι αποτέλεσμα δράσης περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένων εγκληματικών ομάδων (βλ. και επομ.). Στο πλαίσιο αυτό, σε ό,τι αφορά την μεγάλη εμπορία ναρκωτικών, έχει ληφθεί μια σειρά από θεσμικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος ως μέρους του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ στον τομέα της αστυνομίας ειδικές διευθύνσεις και υπηρεσίες έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση των ναρκωτικών (Βιδάλη, 2014).

Σε ό,τι αφορά τους εξαρτημένους, η αστυνομία είναι αρμόδια για αυτούς κυρίως στον τομέα της δημόσιας τάξης καθώς αυτή η αστυνομική λειτουργία εμπλέκεται με τη γενική αστυνόμευση. Ωστόσο, η αναγνώριση και από τον ίδιο το νόμο της εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ως ενός ιδιαίτερου προβλήματος, επιβάλλει μια τουλάχιστον επιεική αλλά κυρίως ιδιαίτερη μεταχείριση των εξαρτημένων από τους αστυνομικούς και στο σημείο αυτό υπεισέρχεται το θέμα της ήπιας αστυνόμευσης. Ο θεμελιώδης όμως λόγος εξαιτίας του οποίου η αστυνομία ασχολείται ειδικά με τους εξαρτημένους είναι η εκ του νόμου αρμοδιότητά της στο πλάσιο της απαγορευτικής πολιτικής που ακολουθείται στη χώρα μας και ισχύει ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα.

Ειδικότερα, η ιστορία της ρύθμισης και απαγόρευσης της χρήσης των ψυχοδραστικών ουσιών [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3] στην Ελλάδα είναι αρκετά παλιά και συνδέεται και με την κοινωνική ιστορία της χώρας κατά τον 20ο αιώνα. Η βασική νομοθεσία που θεμελίωσε την ποινική αντίδραση στα ναρκωτικά για πρώτη φορά μεταπολεμικά ψηφίζεται στην Ελλάδα στο τέλος της δεκαετίας του ’80 (Ν. 1729/1987). Με το νόμο αυτόν εισαγόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια συστηματική ρύθμιση του φαινομένου των ναρκωτικών. Έκτοτε, τα ναρκωτικά «εισβάλλουν» στην Ελλάδα ως παράπλευρο αποτέλεσμα αρχικά της διάδοσης μιας τάσης ρήξης κυρίως των νέων με το κατεστημένο και στη συνέχεια με τη διάδοση της ψυχαγωγικής χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών καθώς και με την επικράτηση της καταναλωτικής οικονομίας. Η επίδραση αυτών των δύο παραγόντων κυρίως στους νέους, δημιούργησε και κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς που είχαν σχέση και με τη διάθεση του ελεύθερου χρόνου (μαζική διασκέδαση, υπερβολή, αναζήτηση έντασης κλπ.).

Σειρά νόμων ακολούθησαν από τότε έως σήμερα που τροποποιούσαν τον Ν. 1729. Σχετικά πρόσφατα, ο Ν. 3459/2006 κωδικοποίησε την υπάρχουσα νομοθεσία και ρύθμισε αυτοτελώς, ως ειδικός ποινικός νόμος, τα ζητήματα των παραβάσεων σχετικά με τα ναρκωτικά. Ο τελευταίος νόμος που ψηφίστηκε και τροποποίησε εν μέρει τον 3459, είναι ο νόμος 4139/2013.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (ν. 3459/2006 – βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3Α και ν. 4139/2013- βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3Β), οι γενικές γραμμές της ποινικής πολιτικής για τα ναρκωτικά είναι: α) Η συστηματική ρύθμιση της παρασκευής, εισαγωγής, εμπορίας και διανομής των ναρκωτικών φαρμάκων που προορίζονται για ιατρικούς σκοπούς, β) η αναλυτική καταγραφή των νομοτυπικών συμπεριφορών που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής αυτής της νομοθεσίας, γ) η διαφοροποιημένη ρύθμιση της ποινικής αντίδρασης απέναντι στο φαινόμενο της εμπορίας όπου επιτείνεται η καταστολή και στο φαινόμενο της εξάρτησης όπου επικρατεί επιεικέστερη μεταχείριση, ώθηση σε απεξάρτηση και ελεγχόμενη χρήση και δ) η ομοιογενής προσέγγιση των ναρκωτικών (δεν διακρίνονται δηλαδή σε σκληρά και μαλακά) με την επιφύλαξη ειδικών επιεικών ρυθμίσεων για τον εξαρτημένο χρήστη. Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι η ήπια μεταχείριση του τοξικοεξαρτημένου. Από εδώ λοιπόν προκύπτει μια κατ’ αρχήν ανάγκη και για την ήπια αστυνόμευση.

Οι ψυχοδραστικές ουσίες, την παρασκευή διακίνηση και χρήση των οποίων ρυθμίζει ο νόμος, δεν είναι όλες ίδιες και δεν επιδρούν όλες το ίδιο στο χρήστη (βλ. και επομ.). Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από την ποινική αντιμετώπισή τους, οι ψυχοδραστικές ουσίες δεν αποτελούν μία ποιοτικά εννιαία κατηγορία. Παρά το γεγονός ότι από τις ψυχοδραστικές ουσίες οι πιο γνωστές στο ευρύ κοινό είναι το χασίς, η ηρωίνη και η κοκαΐνη, ο κατάλογος των ψυχοδραστικών ουσιών (νόμιμων και παράνομων) είναι εξαιρετικά ευρύς. Παράλληλα, η δυνατότητα παρασκευής συνθετικών ναρκωτικών στην εποχή μας έχει δημιουργήσει πλήθος νέων ουσιών και έχει απορυθμίσει την παλαιά αγορά ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να ισχύουν οι διακρίσεις των ουσιών σε γενικές κατηγορίες και αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση της επίδρασής τους. Επομένως, πριν από την εξέταση βασικών σημείων της νομοθεσίας, είναι σκόπιμο να έχουμε υπόψη τις βασικές διακρίσεις των ψυχοδραστικών ουσιών:

Στις ψυχοδραστικές ουσίες περιλαμβάνεται ένα ευρύ φάσμα ουσιών οι οποίες έχουν ποικίλη προέλευση αλλά και διαφορετικές επιδράσεις. Ανάλογα με την προέλευσή τους διακρίνονται κατά βάση σε φυτικές, ημισυνθετικές και συνθετικές (χημικές). Οι φυτικές ψυχοδραστικές ουσίες προέρχονται κυρίως από τριών ειδών φυτά: την κάνναβη από την οποία παρασκευάζεται το χασίς, την μύκωνα υπνοφόρο από την οποία παρασκευάζεται το όπιο και στη συνέχεια η ηρωίνη και η κόκα (από την οποία παρασκευάζεται η κοκαΐνη). Οι ημισυνθετικές ψυχοδραστικές ουσίες έχουν ως βάση κάποια φυτική ουσία και, τέλος, οι συνθετικές ψυχοδραστικές ουσίες προκύπτουν μέσω χημικής διεργασίας άλλων χημικών – μη φυτικών ουσιών (βλ. αναλυτικά ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4). Ανάλογα με την επίδραση που έχουν στο χρήστη διακρίνονται σε κατασταλτικές (π.χ. ηρωίνη) και διεγερτικές (π.χ. κοκαΐνη).

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.