Ιστορία των νόμων για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα

Σύντομη ιστορία της ποινικής αντίδρασης στα ναρκωτικά στην Ελλάδα

Για ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα, ο τοξικοεξαρτημένος θεωρείτο ότι ανήκε σε ειδική κατηγορία εγκληματιών που συνδέονταν με μανίες οφειλόμενες σε κληρονομικούς, γενετικούς και άλλους παράγοντες. Κατά το ίδιο διάστημα, ο εγκληματίας θεωρούνταν γενικά άτομο που είχε διαφορά από το μη εγκληματία εκ γενετής. Με αυτές τις απόψεις συνδέεται και η επικράτηση του όρου τοξικομανία, στο πλαίσιο μιας αντίληψης που θεωρούσε την εξάρτηση ως ένα είδος μανίας που συνδεόταν ευθέως με διαταραχές και ψυχικά προβλήματα. Τις απόψεις αυτές διαδέχθηκαν άλλες που υποστήριζαν και αναδείκνυαν κοινωνικούς και ψυχολογικούς, αλλά και δομικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην ώθηση των ανθρώπων στη χρήση και κυρίως στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Ο όρος τοξικομανία υπό την επίδραση των εν λόγω απόψεων, αντικαταστάθηκε από τον όρο τοξικοεξάρτηση. Πολλοί υποστηρίζουν (και σωστά) ότι ακόμα και ο όρος ναρκωτικά δεν είναι σωστός, επειδή δεν είναι ακριβής. Ακριβέστερο θεωρείταινα αναφερόμαστε σε ψυχοδραστικές ουσίες. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα οι όροι «ψυχοδραστικές ουσίες» ή «ναρκωτικά», έχει επικρατήσει να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Η νομοθεσία μας υιοθετεί τον όρο ναρκωτικά.

Η πρώτη νομοθεσία που εγκληματοποιούσε, καθιστούσε δηλαδή νομικό έγκλημα, τη χρήση ναρκωτικών στην Ελλάδα υιοθετήθηκε το 1919 (Ν 1681/1919). Ο νόμος αυτός συνέδεε τη χρήση ναρκωτικών με την επαιτεία και την αλητεία, ευθέως ή εμμέσως και τιμωρούσε τους «επιδιδόμενους εις χασισοποτίαν», αυτούς που παρείχαν χώρους για τη χρήση (τεκέδες) και όσους πωλούσαν ή προμήθευαν χασίς. Ένα χρόνο μετά, η χασισοποτεία ρυθμίστηκε σε ειδικό νόμο: απαγορεύτηκε η καλλιέργεια, η εμπορία και η κατανάλωση ινδικής κάνναβης (Ν. 2107/1920). Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ψηφίστηκε ο νόμος 5539/1932 «περί μονοπωλίου των ναρκωτικών φαρμάκων και ελέγχου αυτών» που είχε την ιδιαιτερότητα ότι ποινικοποιούσε την χασισοποτεία και τη χρήση ινδικής κάνναβης, αλλά δεν περιλάμβανε μεταξύ των ναρκωτικών φαρμάκων την ηρωίνη. Υποστηρίζεται ότι η απαγορευτική πολιτική για το χασίς συνδεόταν και με τις εμπορικές σχέσεις της χώρας με την Αίγυπτο (χασισοπαραγωγό χώρα τότε) και το καπνεμπόριο. Η εφαρμογή του νόμου εκτίναξε στα ύψη την εξάρτηση από την ηρωίνη. Οι νόμοι 6025/1934 και αργότερα ο ΑΝ 2430/1940 νομοθετήθηκαν στο ίδιο πνεύμα με τον Νόμο 5539, αλλά περιέλαβαν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου την ηρωίνη. Η χρήση χασίς εκείνο το διάστημα συνδέθηκε και με μία πολιτισμική παράδοση που ερχόταν από τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας, σύμφωνα με την οποία η χρήση χασίς είχε και ψυχαγωγικό και πολιτισμικό χαρακτήρα. Η χρήση χασίς ταυτίστηκε επίσης και με την απαξίωση μιας πολιτισμικής μουσικής παράδοσης ενόργανου τραγουδιού, το γνωστό μας ρεμπέτικο. Κατ’ επέκταση και το ρεμπέτικο ταυτίστηκε με τη χρήση χασίς, και εξαιτίας αυτού, μεταξύ άλλων, απαγορεύτηκε και διώχθηκε κυρίως επί δικτατορίας Μεταξά. Ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις που, πολλά χρόνια μετά, ανέλαβε να αποστιγματίσει αυτή τη λαϊκή μουσική παράδοση. Η κατάσταση θα παραμείνει έτσι από νομική άποψη για πολλά χρόνια καθώς η χασισοποτεία στην Ελλάδα αν και αποτέλεσε ένα περιθωριακό φαινόμενο, ήτανανεκτή κοινωνικά.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν επί δικτατορίας (1967-1974), όταν παγκοσμίως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών συνδέθηκε με νέες τάσεις και κοινωνικά κινήματα χειραφέτησης της νεολαίας και κυρίως με την ψυχαγωγική κατανάλωση καθώς και με παράνομες εγκληματικές επιχειρήσεις. Αν και στην Ελλάδα όλα αυτά ήρθαν πολύ αργότερα, η ηρωίνη είχε κάνει ήδη ξανά την εμφάνισή της από τη δεκαετία του ’70. Το 1970 εκδόθηκε το ΝΔ 743 με το οποίο ρυθμίζονταν επιμέρους πτυχές του προβλήματος. Στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και αφού το χασίς αλλά κυρίως η ηρωίνη είχαν αρχίσει να διαδίδονται μεταξύ ομάδων νέων και οι πρώτοι θάνατοι είχαν θορυβήσει την ελληνική κοινωνία (μεταξύ αυτών και ένας «διάσημος» θάνατος, αυτός του ροκ μουσικού και τραγουδοποιού Παύλου Σιδηρόπουλου το 1990), ψηφίζεται ο νόμος 1729/1987. Ο νόμος αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική νομοθεσία για την αντιμετώπιση των ναρκωτικών μεταπολιτευτικά και τη βάση για όλες τις μεταγενέστερες νομοθεσίες.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.