Διαστάσεις της επαγγελματικής νοοτροπίας

Πώς διαμορφώνεται ο αστυνομικός; Όπώς προκύπτει από έρευνες σε άλλες χώρες, η επαγγελματική διαμόρφωση και η εργασιακή νοοτροπία των αστυνομικών συγκροτούνται μέσα από το σύστημα τυπικής εκπαίδευσης της αστυνομίας, αλλά κυρίως άτυπα, έξω από αυτό, μέσα από την εμπειρία, τη μαθητεία κοντά σε παλαιότερους συναδέλφους και γενικά τη συναναστροφή με συναδέλφους. Στο ζήτημα αυτό έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις.

1. Κατά μία άποψη, ο αστυνομικός είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Υποστηρίζεται δηλαδή (Skolnick) ότι το ίδιο το επάγγελμα του αστυνομικού συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας η οποία αποκτά μια ‘αστυνομική’ θεώρηση του κόσμου. Διαμορφώνεται έτσι μια εργασιακή προσωπικότητα που διακρίνεται από ορισμένα χαρακτηριστικά:

α) Καχυποψία: Ο αστυνομικός περιπολίας ασχολείται συνεχώς με έναν εν δυνάμει κίνδυνο και για τον ίδιο και για τους άλλους. Η άποψή του για την τάξη και την ευταξία, δίνει έμφαση στην κανονικότητα και στην προγνωσιμότητα όπώς επισημαίνει ο Skolnick. Πρόκειται για βασικά στοιχεία της διαρκούς καχυποψίας. Από αυτήν την άποψη, υποστηρίζεται ότι οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται να είναι καχύποπτοι, δηλαδή, να θεωρούν ότι κάθε αλλαγή του περιβάλλοντος χώρου των πραγμάτων αποτελεί μία εν δυνάμει ένδειξη αταξίας.
β) Ο συντηρητισμός και η προσήλωση στην τάξη: Δεν πρόκειται όμως για απόψεις που προκύπτουν από προσωπικές εμπειρίες πάντα, αλλά μέσω των εμπειριών άλλων (των συναδέλφων) και μέσω της ταύτισης με αυτούς.
γ) Η κοινωνική απομόνωση και απόρριψη: Είναι δύσκολο για τους αστυνομικούς να κάνουν φιλίες έξω από το σώμα.
δ) Συναδελφική αλληλεγγύη : Αναπτύσσεται μέσα από τον εργασιακό χώρο και την κοινή μοίρα. Οι αστυνομικοί μέσα από το επάγγελμα τους διαμορφώνουν κοινωνική ταυτότητα. Ο κίνδυνος και η εξουσία που ασκούν ενδυναμώνει την μεταξύ τους αλληλεγγύη. Η συλλογική έκθεση-εμπλοκή σε περιστατικά βίας (ως ομάδα) λειτουργεί καθοριστικά και για την ανάπτυξη αλληλεγγύης. Οι αστυνομικοί είναι διατεθειμένοι να τα «βάλλουν» με τον κίνδυνο, οι πολίτες όχι. Έτσι ο κίνδυνος διαμορφώνει πεποιθήσεις κοινωνικής μοναξιάς στους αστυνομικούς.
ε) Η εξουσία είναι το άλλο στοιχείο που συνδέεται με την κοινωνική απομόνωση καθώς η άσκησή της συχνά αποτελεί τον λόγο για τον οποίο οι πολίτες απορρίπτουν ή διάκεινται εχθρικά προς τους αστυνομικούς.


2. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη (Van Maanen), το επάγγελμα του αστυνομικού χαρακτηρίζεται από την επικράτηση στερεοτυπικών αντιλήψεων για τους πολίτες. Ο Van Maanen μετά από ένα χρόνο συμμετοχικής παρατήρησης σε 1500 περίπου αστυνομικούς υπηρεσίας σε μεγαλούπολη των Η.Π.Α., κατέληξε ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη δουλειά του αστυνομικού, ανάμεσα στα άλλα, είναι οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για την κοινωνία και, κατά συνέπεια, η επίδρασή τους στην αστυνόμευση. Και αυτό σχετίζεται με την άποψη που έχουν για το ίδιο το επάγγελμά τους ως προστάτες του νόμου. Ο Van Maanen διερεύνησε με ποιο τρόπο οι αστυνομικοί στην καθημερινότητά τους σχηματοποιούν την επαφή τους με τους πολίτες, μέσα από διάφορες τεχνικές που – όπώς υποστηρίζει – είναι χρήσιμες για να αποδίδουν τη δικαιοσύνη στο δρόμο (street justice).

Συγκεκριμένα, μέσα από την υιοθέτηση όρων που παραπέμπουν σε ανατομικά ή συναισθηματικά ή άλλα χαρακτηριστικά ή σε ζώα, χαρακτηρίζουν ανθρώπους που κατά την άποψη τους ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες (π.χ. ανώμαλος, μπάσταρδος, κλόουν, εξυπνάκιας, φίδι κλπ.). Χαρακτηρίζουν, δηλαδή, ολόκληρες κατηγορίες ή ομάδες πολιτών με τους οποίους συναναστρέφονται κατά την αστυνόμευση με παρατσούκλια. Οι αστυνομικοί συνηθίζουν να ‘βλέπουν’ τρεις κατηγορίες ιδεατών πολιτών: α) τους ύποπτους, αυτούς δηλαδή που η αστυνομία έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να έχουν διαπράξει έγκλημα, β) τους ‘αχρείους’ [ σσ. στα αγγλικά η έκφραση είναι ‘asshole’ και είναι αργκό της αστυνομίας – στην έρευνα αυτή. Πρόκειται για υβριστική έκφραση], αυτούς δηλαδή που δεν δέχονται ή δεν ορίζουν μία κατάσταση, όπώς την ορίζει η αστυνομία, γ) τους «άσχετους», δηλαδή αυτούς που δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες και δεν ξέρουν τίποτα για την αστυνομία και τη δουλειά της και ούτε πρόκειται να μάθουν. Αυτές οι στερεοτυπικές προσεγγίσεις κατά τον Van Maanen, έχουν καθοριστικό ρόλο για το πώς ασκούν το έργο τους οι αστυνομικοί στην καθημερινότητά τους. Από τις κατηγορίες αυτές, εκείνη των «υπόπτων» ελκύει την προσοχή της αστυνομίας μόνο από την εμφάνιση. Η άλλη των «άσχετων», έρχεται σε επαφή με την αστυνομία μόνο όταν πρόκειται να ζητήσει κάποια υπηρεσία. Η τρίτη, των «αχρείων», είναι αυτή που χαρακτηρίζεται έτσι από την αστυνομία, επειδή δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες συμπεριφοράς που αναμένει η αστυνομία, για διάφορους λόγους. Η τελευταία κατηγορία (των «αχρείων») υπόκειται κατά κανόνα σε απρεπή, τουλάχιστον, συμπεριφορά εκ μέρους της αστυνομίας και γενικά σε εξω-νομικές, συχνά βίαιες αντιδράσεις της αστυνομίας. Πρόκειται για ταξινομήσεις που αφορούν ομάδες ανθρώπων με τους οποίους η αστυνομία έχει συχνή, καθημερινή σχεδόν επαφή. Αυτή η κατηγορία ανθρώπων, «οι αχρείοι», αντιστοιχεί σε ό,τι η αστυνομία αποκαλεί δικαιοσύνη του δρόμου και περιβάλλεται από ιδεοληψίες περί αληθινής αστυνόμευσης.

Ο αχρείος είναι αυτός που δεν παίρνει στα σοβαρά την εξουσία, όχι μόνο του κράτους αλλά κυρίως του αστυνομικού, αυτός που τον αμφισβητεί ή του θέτει ερωτήσεις για τη νομιμοποίησή του να κάνει το α’ ή το β’, αλλά σε μια ηθική βάση. Για παράδειγμα, δύο χρήστες κάνουν ένεση ενώ βλέπουν τον αστυνομικό να έρχεται προς το μέρος τους, είναι σα να μην υπάρχει. Ένας φοιτητής τον ρωτάει με ποιο νόμο του ζητάει τα στοιχεία του και θέλει να ξέρει τα δικαιώματα του. Δύο νεαροί που κάνουν φασαρία «πιωμένοι», αντιδρούν σε παρέμβαση του αστυνομικού λέγοντας ότι ήπιαν μόνο δυο μπύρες και ότι προφανώς ο αστυνομικός έχει άδικο. Ταυτόχρονα, με βάση αυτή την συμπεριφορά, ο αστυνομικός κατατάσσει – ταξινομεί τον πολίτη σε μία κατηγορία μέσω χαρακτηρισμού, συνήθως προσβλητικού, τον οποίο αργότερα εάν χρειαστεί αιτιολογεί ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, επίθεσης στον αστυνομικό ή αντίστασης κατά της αρχής κλπ.

Ο χαρακτηρισμός των πολιτών με στερεοτυπικά κριτήρια, ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι μια απλή ‘διαστροφή’ του επαγγέλματος, αλλά έχει μάλλον λειτουργικό χαρακτήρα για τον αστυνομικό. Ειδικότερα:

- Συμβάλλει στην αποστασιοποίηση του αστυνομικού από τον πολίτη, σε ένα εργασιακό περιβάλλον που απαξιώνει την καλή σχέση με τους πολίτες στο δρόμο.
- Ο χαρακτηρισμός όχι μόνο περιγράφει αλλά εξηγεί και δίνει ένα νόημα στις στάσεις και στις πράξεις των «άλλων».
- Διευκολύνει και δίνει ένα νόημα στην αυτοεκτίμηση του αστυνομικού, καθώς έτσι δείχνει ότι κάτι ξέρει για την πραγματική δουλειά του αστυνομικού.
- Διευκολύνει και λειτουργεί για τον στιγματισμό μιας ολόκληρης ομάδας ατόμων, όμοιας με αυτόν τον αχρείο.
- Τέλος, κατά κανόνα, ο ίδιος ο αχρείος φαίνεται να συμβολίζει όλα αυτά τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να θέσουν ερωτήματα, περιορισμούς κλπ. στο ρόλο της αστυνομίας.

Η έρευνα αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα – υποστηρίζει ο Van Maanen – ότι η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας δύσκολα ελέγχεται.


3. Μια τρίτη άποψη (Janni και Janni) υποστηρίζει ότι στην αστυνομία επικρατεί ένα άτυπο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης στο επίπεδο της μικρότερης υπηρεσιακής μονάδας και ότι αυτό είναι ένας σοβαρός παράγοντας που λειτουργεί ανασχετικά σε αλλαγές. Πρόκειται για ένα σύστημα άτυπων κανόνων οι οποίοι διαπλάθουν και κατευθύνουν τη συμπεριφορά μέσα στην αστυνομία, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των ιεραρχικά διαρθρωμένων υπηρεσιών. Οι κανόνες αυτοί, εκφράζουν προσδοκίες συγκεκριμένης συμπεριφοράς και τίθενται ως προϋποθέσεις που θέτουν τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς μέσα στην υπηρεσία. Αυτό το σύστημα άτυπων κανόνων ονομάζεται ‘κώδικας των αστυνομικών’ (cop’s code) [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 27] και δεν έχει καμία σχέση με τον επίσημο κώδικα δεοντολογίας της αστυνομίας. Όπώς υποστηρίζουν οι Janni και Janni, ενώ πρόκειται για έναν άτυπο κώδικα, στην πραγματικότητα είναι τυπικός, επειδή είναι κατανοητός από τον καθέναν και η παραβίασή του σημαίνει κυρώσεις στο επίπεδο της αποδοχής από τους άλλους, μια και η μη αποδοχή του και/ή παραβίασή του σημαίνει για τους αστυνομικούς ότι «δεν είσαι ένας από εμάς». Αυτό που επιτυγχάνει ο συγκεκριμένος κώδικας, είναι να συνδέει τις τυπικές οργανωτικές δομές της αστυνομίας με την άτυπη κοινωνική οργάνωση και να αφήνει ένα κανάλι ελευθερίας, μέσα στο οποίο οι αστυνομικοί έχουν διακριτική ευχέρεια. Στην πραγματικότητα, ο κώδικας των αστυνομικών είναι ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου και ταξινόμησης των αστυνομικών σε «καλούς» και «κακούς» μέσα στην υπηρεσία. Για παράδειγμα, ο κώδικας που αφορά τη σχέση ανάμεσα σε αστυνομικούς περιπολίας συγκροτείται από δώδεκα αρχές. Υπάρχει όμως και ένας άλλος κώδικας που αναφέρεται στη σχέση των αστυνομικών περιπολίας με την εργασιακή νοοτροπία των προϊσταμένων (managers’ cop culture). Μια βασική συνέπεια αναφέρουν οι Reuss -Ianni και Ιanni της συνύπαρξης των δύο εργασιακών νοοτροπιών, είναι ότι οποιεσδήποτε αλλαγές επιχειρείται να εισαχθούν στην αστυνομία, θα πρέπει να ενταχθούν και να αφομοιωθούν προηγουμένως από το αξιακό σύστημα και των προϊσταμένων και των υφισταμένων.


4. Τέλος, ο Waddinghton αμφισβητεί τις προσεγγίσεις αυτές και υποστηρίζει ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ όσων οι αστυνομικοί αφηγούνται στους ερευνητές και όσα πραγματικά κάνουν στη διάρκεια της υπηρεσίας-περιπολίας. Θεωρεί ότι αυτά που αφηγούνται οι αστυνομικοί είναι ένας υπο-πολιτισμός κυλικείου (κουβέντες καφενείου) [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 30], δηλαδή ιστορίες από την εργασιακή τους καθημερινότητα που τις αφηγούνται επεξεργασμένες και συχνά αλλοιωμένες, στο περιθώριο της υπηρεσίας στο «κυλικείο» ή ιδιωτικά. Αμφισβητεί ότι η αστυνομία έχει μια δική της ειδικά νοοτροπία που είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που επικρατεί στην κοινωνία και υποστηρίζει ότι στην αστυνομία «μεταφέρονται» γενικότερες απόψεις και στάσεις που υπάρχουν γενικά σε μια κοινωνία. Οι δομικοί παράγοντες επιπλέον σχετίζονται με την ίδια τη ‘φύση’ της αστυνομίας, όπώς για παράδειγμα η ιδέα του κινδύνου που εισηγείται ο Skolnick αλλά και η εξουσία που ασκεί η αστυνομία ως ο φορέας που έχει το μονοπώλιο της βίας. Οι παράγοντες αυτοί συναρτώνται με θεσμικές λειτουργίες και αρμοδιότητες της αστυνομίας.

Συνοψίζοντας, ο Waddinghton θεωρεί ότι η αστυνομία δρα με κριτήρια που συνδέονται με δομικές διαστάσεις του έργου της. Συνεπώς, αυτό που οι ερευνητές θεωρούν ως υποκουλτούρα ή εργασιακή κουλτούρα (εργασιακή νοοτροπία) της αστυνομίας δεν μπορεί κατ΄ αρχήν να εξετάζεται αποκομμένα από την πολιτισμική παράδοση της αστυνομίας και τις κοινωνικές δομές. Για παράδειγμα, οι ωμότητες της αστυνομίας στη Ν. Αφρική δεν είναι ζήτημα υποπολιτισμού, αλλά μιας παράδοσης συνδεδεμένης με το Απαρντχάϊντ. Από την άλλη πλευρά, η καταδίκη της συμπεριφοράς των αστυνομικών, δεν εξηγεί τους λόγους αυτής της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η μετονομασία των πολιτών ως αχρείων (βλ. παραπάνω) αποτελεί τυπικό γνώρισμα των αντιδράσεων που προκαλούνται σε καταστάσεις έντασης και λειτουργεί ως τεχνική ουδετεροποίησης, για να εξουδετερώσει τις αναστολές των ίδιων των αστυνομικών για αυτό που κάνουν.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το βέβαιο είναι ότι υπάρχει μια άτυπη διάσταση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η αστυνομία και ότι αυτή η διάσταση είναι λειτουργική για τον αστυνομικό. Προφανώς, αυτή η άτυπη διάσταση δεν αφορά μόνο την αστυνομία αλλά και άλλα επαγγέλματα. Η ύπαρξη αυτής της διάστασης επιβεβαιώνεται και από τους Έλληνες αστυνομικούς που εκπαιδεύθηκαν στον Α’ κύκλο των σεμιναρίων. Η επιβεβαίωση προκύπτει από δύο κατηγορίες ερωτημάτων: το ένα είναι γενικότερο και αφορά την άτυπη εκπαίδευση και το άλλο είναι ειδικότερο και αφορά τους άτυπους κώδικες συμπεριφοράς.

Συγκεκριμένα, σχετικά με το εύρος της άτυπης-εξωθεσμικής εκπαίδευσης [ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 28] (από παλαιότερους συναδέλφους και γενικά από συναδέλφους και μέσα από την πράξη, «βλέποντας και κάνοντας») φαίνεται ότι αυτή αποτελεί και στην Ελλάδα ένα πάγιο μέσον κοινωνικοποίησης (και άρα «μύησης και σε άτυπους κανόνες) στην αστυνομία και μαθητείας στην αστυνόμευση. Η πρακτική αυτή, ωστόσο, δημιουργεί προβλήματα σε σχέση με ειδικές πτυχές της αστυνόμευσης που απαιτούν εξειδικευμένη σε ένα βαθμό γνώση, όπώς στην περίπτωση των εξαρτημένων καθώς, όπώς πολλοί αναφέρουν, δεν έχουν καμία γενική άποψη για το θέμα ή πλήρη άγνοια σε ειδικότερα ζητήματα, γεγονός που καλλιεργεί φόβους, άγχη και εντάσεις στη σχέση τους με τους εξαρτημένους και παρανοήσεις σε σχέση με το ρόλο της αστυνομίας. Σε περιπτώσεις όπώς αυτές των εξαρτημένων, οι συνεχείς ποιοτικές μεταβολές του προβλήματος δημιουργούν ανάγκες που δεν μπορούν να καλυφθούν ενδεχομένως με την εμπειρία των παλαιοτέρων.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.