Η φύση του προβλήματος των ναρκωτικών: Κοινωνικό ή οργανικό ζήτημα;

Ο διεπιστημονικός χαρακτήρας του προβλήματος των ναρκωτικών και ειδικότερα των εξαρτήσεων, έχει ως συνέπεια τα βασικά ερωτήματα που θέτει η επιστημονική κοινότητα, όπώς και το ερευνητικό επιστημονικό ενδιαφέρον, να μην είναι πάντοτε ομοιογενή. Αλλά ούτε και οι απόψεις των επιστημόνων του ίδιου ή διαφορετικού γνωστικού αντικειμένου συγκλίνουν πάντοτε μεταξύ τους. Το βέβαιο είναι ότι κάθε επιστημονικός κλάδος εξετάζει ένα μέρος του προβλήματος και από διαφορετική οπτική.

Όμως, ορισμένες βασικές διαφορές επιστημολογικού χαρακτήρα διέπουν οριζόντια όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Πρόκειται για διαφορές που βασίζονται στο θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κάποιος οδηγείται στη χρήση και στην εξάρτηση. Το ζήτημα σχηματικά διατυπώνεται περίπου ως εξής (βλ. αντί άλλων Βιδάλη, 2013): Από τη μία πλευρά υποστηρίζεται ότι υπάρχει μια γενετική, βιολογική, ψυχολογική και/ή κοινωνική προδιάθεση του ατόμου να καταφύγει στη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Δηλαδή θεωρείται ότι είναι η ίδια η συγκρότηση του ατόμου που επιδρά στη διαμόρφωση του κοινωνικού του περιβάλλοντος και της ζωής του για διαφορετικές αιτίες (βιολογικές, ψυχολογικές, γενετικές, κλπ.) και αναζητούνται οι αιτίες της εξάρτησης στο ίδιο το εξαρτημένο άτομο καθώς θεωρείται ότι ο εξαρτημένος είναι διαφορετικός από τον μη εξαρτημένο οντολογικά και άρα η εμπλοκή με τις ουσίες και μία ενδεχόμενη εξάρτηση από αυτές, δεν θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται ότι η εμπλοκή με τη χρήση ναρκωτικών σχετίζεται με την κοινωνική κατασκευή του προβλήματος, δηλαδή την επίδραση της κοινωνικής δομής στο άτομο. Έτσι εξετάζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες η οργάνωση και η λειτουργία της κοινωνίας (από την οικογένεια, το σχολείο κλπ. έως και το κράτος) ωθούν συνδυαστικά στην παράνομη προσφορά-αγορά ναρκωτικών, στη διαμόρφωση της ζήτησης, στη διαμόρφωση της κανονικότητας, της νομιμότητας και της παρανομίας. Η προσέγγιση αυτή θεωρεί ως δεδομένο ότι ο εξαρτημένος δεν είναι διαφορετικό άτομο από τους άλλους και ότι ο καθένας, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, θα μπορούσε να «πέσει» στα ναρκωτικά.

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την ανάλυση και τις επιμέρους θέσεις αυτών των επιστημολογικών παραδοχών και ερωτημάτων. Αξίζει όμως να τονιστεί ότι η πρώτη αναφέρεται στο πρόβλημα των ναρκωτικών εστιάζοντας στους ατομικούς παράγοντες ενώ η δεύτερη εστιάζει σε διαρθρωτικούς παράγοντες που έχουν σχέση με τη συγκρότηση και λειτουργία των κοινωνικών δομών. Σήμερα, ωστόσο, έχουν διαμορφωθεί επιμέρους ενδιάμεσες ή και συνθετικές τάσεις που επιχειρούν να συγκεράσουν τις δύο αυτές προσεγγίσεις.

Οι αναζητήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κάποιος οδηγείται στα ναρκωτικά είναι πολύ παλιές. Ωστόσο, παρά το εύρος των ερευνών που έχουν εκπονηθεί όλα αυτά τα χρόνια, ειδικά στον 20ο αιώνα, η επιστημονική έρευνα δεν έχει οδηγήσει σε σταθερές και απόλυτες παραδοχές. Όπώς αναφέρεται και σε πρόσφατη Έκθεση της Επιτροπής Πολιτικής για τα ναρκωτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο (UKDPC, 2012, σ. 79), δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κάποιος μπορεί να επιλέξει να κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών. Ούτε υπάρχει μια μοναδική απάντηση σχετικά με το εάν οι αιτιακοί παράγοντες της εξάρτησης είναι η ασθένεια, η ηθική κατάπτωση ή η κοινωνική κατασκευή (ό.π., σ. 51). Τα κατά καιρούς πορίσματα στην επιστημονική έρευνα έχουν υποδείξει ως αιτιακούς παράγοντες άλλοτε εκείνους που ανάγονται στην προσωπικότητα και σχετίζονται με την αναζήτηση έντασης, την εξωστρέφεια και τον αυτοέλεγχο, άλλοτε παράγοντες σχετικούς με τη ψυχική υγεία ή κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. γονεϊκά πρότυπα συμπεριφοράς, αρνητικά γεγονότα στη ζωή ή και διάλυση της οικογένειας) και άλλοτε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπώς οι ευκαιρίες πρόσβασης στα ναρκωτικά κλπ. Ανάλογοι παράγοντες μπορούν να υποδειχθούν και σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της χρήσης και τη διολίσθηση στην προβληματική χρήση. Σημαντικό ρόλο έχει επίσης και η εμπειρία, δηλαδή η ποιότητα της εμπειρίας η οποία, σύμφωνα με μία άποψη, επηρεάζεται και από βιολογικούς παράγοντες σχετικούς με τους υποδοχείς του εγκεφάλου που αποκωδικοποιούν την εμπειρία αλλά και με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή βιώνεται. Η υλική και κοινωνική υποστήριξη του ατόμου έχουν επίσης σημασία, καθώς η έλλειψη υποστήριξης αυξάνει τον κίνδυνο και αφήνει απροστάτευτο το άτομο απέναντι σε κινδύνους. Έτσι προκύπτει και η στενή σχέση ανάμεσα στην κοινωνική ανέχεια, την κοινωνική αποδιάρθρωση και το πρόβλημα των ναρκωτικών (UKDPC, ό.π.).

Σήμερα, ορισμένες επιστημονικές προσεγγίσεις θεωρούν ότι η ευαλωτότητα ενός ατόμου σχετικά με τη χρήση ναρκωτικών και τα προβλήματα που αυτή συνεπάγεται, προκύπτει ως μία σύνθεση γενετικών, νευροβιολογικών και συμπεριφορικών παραγόντων που διαμορφώνουν μια προδιάθεση του ατόμου (UKDPC, ό.π., σ. 51., Sloboda, Z., Glantz, M.D. & Tarter, R.E., 2012). Πρόκειται για μία τάση που συνδέεται με τις προσπάθειες μερίδας των επιστημόνων και από το χώρο της Εγκληματολογίας και από το χώρο της Βιογενετικής αλλά και της Ψυχιατρικής, να εντοπίσουν από νωρίς (από τη νεαρή ηλικία) προγνωστικούς παράγοντες για την πορεία ενός ατόμου, συνδεδεμένους και με τη λειτουργία του εγκεφάλου, οι οποίοι ορίζονται ως παράγοντες κινδύνου (risk factors) και οι οποίοι κατά την άποψη αυτή διαμορφώνουν την συμπεριφορά. Υποστηρίζεται για παράδειγμα (CCSA, 2014), ότι η ευαλωτότητα στα ναρκωτικά μπορεί να σχετίζεται με κληρονομικούς παράγοντες, αλλά επιτείνεται ή υποχωρεί ανάλογα με τις εμπειρίες της πρώιμης ζωής (οικογενειακή ζωή, τραυματικές εμπειρίες σχετικά με μαθησιακές ικανότητες κ.λ.π.): σύμφωνα με αυτές τις θεωρήσεις παράγοντες όπώς, για παράδειγμα, το κληρονομικό υπόστρωμα και η βιωματική εμπειρία αλληλεπιδρούν και μπορούν να καθορίσουν την γονιδιακή ανάπτυξη και την ανάπτυξη του εγκεφάλου κατά τα πρώτα αναπτυξιακά στάδια του ατόμου Προκαλείται έτσι μια αλλαγή στη διαδικασία ανάπτυξης. Αυτή η αλλαγή στην ανάπτυξη θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάχρηση ουσιών (CCSA, ό.π., EMCCDA, 2009). Στην κατεύθυνση αυτή, από την πλευρά της λεγόμενης εξελικτικής προσέγγισης (developmental approach) υποστηρίζεται, για παράδειγμα, ότι διαταραχές που είναι σχετικές με τη χρήση ουσιών στην ενήλικη ζωή, μπορεί να συνδέονται με ζητήματα νοητικής υγείας που άρχισαν κατά την παιδική ηλικία και επηρέασαν την «επεξεργασία» συναισθημάτων και ερεθισμάτων από τον εγκέφαλο. Συνεπώς, η γνώση και η αξιολόγηση αυτών των παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε εξατομικευμένα προγράμματα πρόληψης και θεραπείας σχετικά με τα ναρκωτικά (CCSA, ό.π.). Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με το ίδιο ρεύμα σκέψης, ανάλογες εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν και σε άλλες μορφές παραβατικών ή παράνομων συμπεριφορών (εγκλημάτων), οι οποίες έχουν συχνά διεπιστημονικό χαρακτήρα. Ειδικότερα, σε ό τι αφορά το έγκλημα, η εξελικτική προσέγγιση ασχολείται κυρίως με τα μικρο-εγκλήματα και τις παραβατικές συμπεριφορές, με το σκεπτικό ότι, όταν η εμπλοκή με το έγκλημα αρχίζει σε μικρή ηλικία, παραπέμπει σε ζητήματα χαμηλού αυτοελέγχου και σε μεγάλες πιθανότητες να εξελιχθεί σε μία εγκληματική καριέρα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ομοιογενή προσέγγιση. Από τη μία μεριά υποστηρίζεται ότι η εμφάνιση εγκληματικής συμπεριφοράς οφείλεται σε εκ γενετής προδιάθεση του ατόμου που σχετίζεται με την φιλαυτία του και τον εγωϊσμό του. Ως αντίδοτο σε αυτές τις τάσεις προτάθηκε η κοινωνικοποίηση των παιδιών με αυστηρούς όρους, ώστε το παιδί να μην αναπτύξει ροπή προς το έγκλημα και να μειωθούν οι ευκαιρίες για τη διάπραξη εγκλημάτων. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι είναι οι εμπειρίες της πρώιμης ηλικίας και όχι η εκ γενετής προδιάθεση του ατόμου που καθορίζουν την εμπλοκή με το έγκλημα (Developmental Criminology) (βλ. αναλυτικά σε Lilly, J.R., Cullen, F.T., Ball, R.A., 2007, σελ. 317).

Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές τους, οι απόψεις που αποδίδουν την εμπλοκή με τα ναρκωτικά και το έγκλημα σε γενετικούς, κληρονομικούς ή βιωματικούς παράγοντες, είναι γεγονός ότι εντοπίζουν την αιτία ή τουλάχιστον τη βασική αιτία για την «παραβατική» ή «εγκληματική» εμπλοκή στο ίδιο το άτομο.

Ωστόσο, γίνεται ολοένα ευρύτερα δεκτό, ότι ακόμα και οι γεννετικοί προγνωστικοί παράγοντες κινδύνου, για να οδηγήσουν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, εξαρτώνται από εξωτερικούς παράγοντες, όπώς οι κοινωνικές συνθήκες και οι περιβαλλοντικές εμπειρίες. Οι απόψεις που προαναφέρθηκαν έχουν δεχθεί σφοδρή κριτική (π.χ. ότι αγνοούν τη σχετικότητα του εγκλήματος και του νόμου, τη σχέση «καλής»-θεμιτής και «κακής»-αθέμιτης βίας κλπ.). Ακόμα και όσοι τις υποστηρίζουν ή δεν είναι αρνητικοί προς αυτές, δέχονται ότι οι εξωτερικοί παράγοντες είναι αυτοί που έχουν ένα καθοριστικό ρόλο στις συμπεριφορές των ανθρώπων (βλ. σε UKDPC, ό.π., σ. 51., Sloboda, Z., Glantz, M.D. & Tarter, R.E., 2012).

Έτσι, ανακύπτουν στη συζήτηση οι κοινωνικοί παράγοντες. Οι κοινωνικοί παράγοντες δεν αποτελούν μια ενιαία κατηγορία. Εδώ και πολλά χρόνια έχει αποδειχθεί ότι το ζήτημα των εξαρτήσεων συνδέεται και με τους όρους κοινωνικής ένταξης και αποκλεισμού, με τις απαγορευτικές πολιτικές που από τη μία δημιουργούν «αποδιοπομπαίους τράγους» και οδηγούν τους ανθρώπους στη φυλακή αντί στο σχολείο και από την άλλη ευνοούν την ανάπτυξη παράνομων αγορών, που κερδίζουν εκατομμύρια από τη διακίνηση ναρκωτικών και την εκμετάλλευση των εξαρτημένων και των κοινωνικά αδύναμων παραγωγών. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι αιτίες που καθορίζουν την έκταση των εξαρτήσεων, όπώς και το βαθμό εμπλοκής με την αγορά ναρκωτικών, ποικίλουν, ανάγονται ωστόσο στους όρους της κοινωνικής ζωής και στην αλληλεπιδρασή τους με το άτομο. Ανάγονται, δηλαδή, στις κοινωνικές συνθήκες, στο ρόλο της τεχνολογίας, του Κράτους, της αστυνομίας, των δικαστηρίων και στον καθοριστικό ρόλο του σχολείου. Επιπλέον, και σύμφωνα πάντα με την ίδια προσέγγιση, κύριες αιτίες για την έκρηξη του πληθυσμού των εξαρτημένων θεωρούνται η σχετική αποστέρηση και ο κοινωνικός ανταγωνισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός, οι αντιφάσεις των κοινωνικών δομών και θεσμών, οι δυσλειτουργίες τους και οι επιπτώσεις που έχουν αυτές στον κοινωνικό στιγματισμό των ευάλωτων ομάδων και ο τρόπος που διαμορφώνονται οι σχέσεις κράτους-πολίτη. Ανάμεσα στις αιτίες αυτές, περιλαμβάνεται και η υπερ-ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας των ναρκωτικών και οι συνέπειές της (βλ. σχετ. Βιδάλη, 2013).


Η σημασία των επιστημονικών-ερευνητικών πορισμάτων, που προκύπτουν από καθεμιά από αυτές τις επιστήμες στις οποίες πολύ συνοπτικά και αποσπασματικά αναφερθήκαμε, έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται για πορίσματα και θέσεις που οδηγούν σε πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών σε διάφορα πεδία δημόσιων πολιτικών. Ειδικότερα, πρόκειται για πολιτικές που συνδέονται εναλλακτικά: α) με το απαγορευτικό πρότυπο, β) με το αντι-απαγορευτικό πρότυπο που αφορά μία απόλυτη στάση σχετικά με τη χρήση και γ) με το πρότυπο ελεγχόμενης χρήσης. Το απαγορευτικό πρότυπο με διάφορες παραλλαγές ακολουθείται σε μεγάλο μέρος των Ευρωπαϊκών κρατών, αν και τα τελευταία χρόνια η τάση αυτή έχει αρχίσει να αναθεωρείται.

Συμπερασματικά, επισημαίνουμε ότι, μέχρι σήμερα, για κάθε διαφορετική πολιτική που υιοθετείται έχει ασκηθεί κριτική, αν και έχουν διατυπωθεί συναινέσεις στον επιστημονικό κόσμο. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η εξέλιξη και των κοινωνικών και των θετικών επιστημών προσδίδει μακροπρόθεσμα μια σχετικότητα σε κάθε επιστημονική προσέγγιση και θέση καθώς η κοινωνική μεταβολή και η επιστημονική εξέλιξη συντελούν ώστε κάτι που σήμερα θεωρείται βέβαιο να καταρρίπτεται αύριο από νέες παραδοχές και επιστημονικά ευρήματα.


Έχοντας πολύ συνοπτικά περιγράψει όψεις του προβλήματος των ναρκωτικών που απασχολούν την επιστημονική έρευνα, στη συνέχεια θα εξετασθούν οι βασικές πολιτικές για τα ναρκωτικά που ακολουθούνται στην Ελλάδα και στην Ε.Ε.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.