Επάγγελμα Αστυνομικός

Είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι η αστυνομία έχει μία περιορισμένη δυνατότητα πρωτοβουλιών κατά την αστυνόμευση, επειδή δεσμεύεται από τον νόμο ο οποίος ρυθμίζει κάθε πτυχή του έργου της και την έκταση του πεδίου δράσης της. Προφανώς, έτσι είναι τα πράγματα, αλλά δεν είναι μόνο έτσι. Δηλαδή, εκτός από το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει το έργο και τις αρμοδιότητες της αστυνομίας, είναι γενικά αποδεκτό ότι υπάρχει και ένα εξω-νομικό πλαίσιο που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τη δράση της, κυρίως ποιοτικά, και αυτό είναι σύμφυτο με το επάγγελμα του αστυνομικού. Ειδικότερα, κατά την εφαρμογή των προτύπων αστυνόμευσης που εξετάσθηκαν προηγουμένως είδαμε ότι σε αρκετές περιπτώσεις, ο υποπολιτισμός και η εργασιακή νοοτροπία της αστυνομίας διαδραματίζουν σημαντικό αν όχι καταλυτικό ρόλο καθώς λειτουργούν συχνά ως παράγοντες αντίστασης στην καινοτομία. Εξίσου καθοριστική θεωρείται ότι είναι η επίδραση του υποπολιτισμού της αστυνομίας και στην άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Όπώς υποστηρίζει ο McLaughlin, αποτελεί κοινή εκτίμηση ότι η κατάχρηση της διακριτικής,ευχέρειας σχετίζεται και με την επαγγελματική νοοτροπία της αστυνομίας. Η επαγγελματική νοοτροπία είναι το αποτέλεσμα των διεργασιών της κοινωνικοποίησης στην ομάδα, στις γενικές αξίες της αστυνομίας, στην εργασία και στο περιβάλλον υπηρεσιακής ρουτίνας (McLauglin, 74).

Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα μεγάλο μέρος της αστυνόμευσης εξαρτάται από την επί τόπου απόφαση που θα λάβει ο αστυνομικός, είναι αυτονόητο ότι οι αξίες που πρεσβεύουν και οι απόψεις που έχουν οι αστυνομικοί για το ρόλο της αστυνομίας, την ευταξία, τη βία, το κοινωνικό περιθώριο και το έγκλημα, επιδρούν και στις καθημερινές πρακτικές που ακολουθούν. Οι παράγοντες αυτοί έχουν θεμελιώδη σημασία για το επάγγελμα του αστυνομικού, επειδή «μεσολαβούν» ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και την πραγματικότητα της αστυνόμευσης και καθορίζουν ποιοτικά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας (McLauglin, 74, βλ. και επομ.).

Η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας συνιστά έτσι ένα ουσιώδες στοιχείο του επαγγέλματος των αστυνομικών, επειδή ο αστυνομικός, όπώς και ο δικαστής, καλείται συνεχώς να υπαγάγει τα δεδομένα που έχει ενώπιόν του στο γράμμα του νόμου. Σε αντιδιαστολή με το δικαστή όμως, ο αστυνομικός καλείται να αποφασίζει άμεσα και γρήγορα και χωρίς να έχει στη διάθεσή του το υλικό που έχει ο δικαστής. Αντίθετα, όπώς συχνά υποστηρίζεται, η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας δεν είναι μια απλή λήψη αποφάσεων όπώς αυτή ενός διευθυντή επιχείρησης, αλλά μια διαδικασία λογικής «ερμηνείας» του νόμου με βάση κανόνες δικαίου στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Επομένως, έχουμε ήδη εντοπίσει δύο στοιχεία που συγκροτούν την ουσιαστική αλλά εξω-νομική πλευρά του επαγγέλματος του αστυνομικού, δηλαδή την εργασιακή νοοτροπία ή υποπολιτισμό της αστυνομίας και τη διακριτική ευχέρεια, τα οποία βρίσκονται σε αλληλεπίδραση. Ωστόσο, το επάγγελμα του αστυνομικού καθορίζεται και από έναν άλλο παράγοντα ο οποίος αφορά τις ψυχολογικές αντιδράσεις των αστυνομικών στις πιέσεις και εντάσεις του επαγγέλματος και αναφέρεται στο φαινόμενο επαγγελματικής εξουθένωσης, που πολύ λίγο έχει διερευνηθεί στην Ελλάδα στο επίπεδο της αστυνομίας. Σε αυτό το κεφάλαιο, θα ασχοληθούμε με τους δύο από τους τρεις παράγοντες, δηλαδή με την εργασιακή νοοτροπία ή υποπολιτισμό της αστυνομίας και με τις αντιδράσεις των αστυνομικών στις ψυχολογικές πιέσεις του επαγγέλματος. Στο επόμενο κεφάλαιο (9), θα εξετασθούν οι όροι που επιδρούν στην εργασιακή νοοτροπία και την επαγγελματική διαμόρφωση των αστυνομικών με άξονα τη σχέση αστυνομικών και εξαρτημένων και τέλος, στο κεφάλαιο 10, θα εξετασθεί αναλυτικά το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας της αστυνομίας με άξονα το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.