Χρήστες, χρήση και συνέπειες : Είναι όλα το ίδιο;

Ο τόπος και ο τρόπος χρήσης των ναρκωτικών, η πρόσβαση και το είδος των ναρκωτικών, καθώς και η ψυχική κατάσταση του χρήστη αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη μόνιμη εμπλοκή του με τα ναρκωτικά και κυρίως, με την εμπλοκή του με το έγκλημα και την παρανομία του δρόμου.

Οι χρήστες

Το κοινωνικό προφίλ των χρηστών διαφοροποιείται βάσει πολλών παραμέτρων όπώς, για παράδειγμα, η κοινωνική προέλευση και ο βαθμός ευπορίας του χρήστη. Από τους προαναφερόμενους παράγοντες εξαρτάται κατά κανόνα η επιλογή του να προμηθεύεται ναρκωτικά έξω από τους στερεότυπους διαύλους, όπώς επίσης και η επιλογή του να προσφύγει σε δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες παροχής βοήθειας και απεξάρτησης. Τα ίδια χαρακτηριστικά εξάλλου δεν είναι μόνο ενδείκτες του ταξικού χαρακτήρα που έχει το φαινόμενο των ναρκωτικών σε σχέση με τα υψηλά, μεσαία ή χαμηλά κοινωνικά στρώματα αλλά και ενδοταξικού καθώς, ανάμεσα στα χαμηλών εισοδημάτων και γενικά φτωχά στρώματα, υπάρχει πάντοτε ένα στρώμα περισσότερο περιθωριοποιημένο από τα άλλα που η φτώχεια του αντανακλάται όχι τόσο στο εισόδημα, αλλά στην προσβασιμότητά του σε κοινωνικές οικονομικές και πολιτικές δομές. Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που: α) είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς και άρα έχουν ιδιαίτερα προβλήματα προσαρμογής και αντιμετώπισης από την πολιτεία (δεν ισχύει προφανώς για όλους), β) είναι γενικά φτωχοί και για διάφορους λόγους δεν έχουν αποκτήσει
κάποια επαγγελματικά προσόντα που να τους επιτρέπουν πρόσβαση στην απασχόληση, γ) συχνά έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, δ) έχουν «μπλέξει» με μικροπαρανομίες και μέσω αυτών μεταπηδούν στα ναρκωτικά και ε) έχουν μπλέξει με τα ναρκωτικά και μέσω αυτών μεταπηδούν στην παρανομία. Αυτές οι κατηγορίες φτωχών και μεσαίων στρωμάτων φαίνεται ότι υπερεκπροσωπούνται, όχι μόνο μεταξύ εκείνων που προσφεύγουν στις υπηρεσίες των φορέων πρόληψης και απεξάρτησης, αλλά και στις επίσημες στατιστικές και φυσικά στην πιάτσα του δρόμου. Οι φτωχότεροι των φτωχών, που τα προηγούμενα χρόνια μαζικά σύχναζαν στις περιοχές που υπήρχαν τα κέντρα βοήθειας του Ο.ΚΑ.ΝΑ., είναι οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, που συχνά γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης και μετατρέπονται σε εξαρτημένους από κυκλώματα εμπορίας και διακίνησης για να επιβιώσουν. Αυτή η τελευταία ομάδα δεν είναι καταγεγραμμένη στις στατιστικές κανενός κράτους στην Ευρώπη, όπώς δεν είναι καταγεγραμμένοι στις στατιστικές οι ιδιαίτερα εύποροι άνθρωποι, οι άνθρωποι που προέρχονται από τη βιομηχανία του θεάματος και βρίσκονται σε παραγωγική
ηλικία και ένα πλήθος άλλων κατηγοριών χρηστών ή/και προβληματικών χρηστών. Το εύρος της χρήσης ναρκωτικών είναι γενικά άγνωστο, όπώς στην πραγματικότητα είναι άγνωστος και ο αριθμός της εγκληματικότητας στο σύνολό της: και τα δύο χαρακτηρίζονται ως φαινόμενα με μεγάλο σκοτεινό αριθμό ή ως ευρεία γκρίζα ζώνη.

Παρότι στην Ευρώπη και στην Ελλάδα εκπονούνται σε συστηματική βάση έρευνες αναζήτησης της έκτασης και της επικράτησης της χρήσης στο μαθητικό πληθυσμό, δεν αναιρείται η εικόνα που περιγράφηκε καθώς στο μαθητικό πληθυσμό δεν περιλαμβάνονται πολλοί από τις παραπάνω κοινωνικές ομάδες, εξαιτίας του υψηλού βαθμού εγκατάλειψης του σχολείου που χαρακτηρίζει άτομα
από αυτές τις ομάδες, της μη παρακολούθησης γενικώς του σχολείου ή της νομικής ανυπαρξίας των ανθρώπων χωρίς χαρτιά.

Πέρα από το γεγονός ότι ο αριθμός των προβληματικών και συστηματικών χρηστών είναι άγνωστος, ο αριθμός των γνωστών χρηστών είναι επίσης προβληματικός. Παραδόξως το EMCDDA, όπου δηλαδή καταγράφονται οι επίσημες στατιστικές της Ε.Ε. για το θέμα, συγκαταλέγει ανάμεσα στους χρήστες και αυτούς που έχουν κάνει έστω και μία φορά χρήση. Πρόκειται για άλλον έναν
παράγοντα που προκαλεί σύγχυση καθώς δεν συνυπολογίζεται ότι η χρήση που γίνεται για μία φορά δεν συνεπάγεται απαραίτητα περαιτέρω εμπλοκή (βλ προηγ. και όσα αναφέρθηκαν για το πώς κάποιος γίνεται περιστασιακός και συστηματικός χρήστης). Συνεπώς, ο επίσημος φορέας της Ε.Ε. παραγνωρίζει αυτό που παγκοσμίως γίνεται δεκτό στην κοινωνική έρευνα, ότι για παράδειγμα η εφηβική ηλικία χαρακτηρίζεται από τάσεις απόκλισης (π.χ. χρήση κάποιας ουσίας για μία φορά) που βρίσκοντια σε άμεση συνάφεια με την κοινωνική και ψυχολογική χειραφέτηση του ατόμου από την οικογενειακή εστία (Πιτσελά ενδεικτ.). Η αποκλίνουσα συμπεριφορά σε αυτές τις ηλικίες, αποτελεί μέρος της διαδικασίας ενηλικίωσης (ψυχολογικής και κοινωνικής) και καθόλου δεν παραπέμπει σε μόνιμες επιλογές, πόσο μάλλον που οι έρευνες στο μαθητικό πληθυσμό και στο γενικό πληθυσμό δεν έχουν επαναληπτικό χαρακτήρα, ώστε να διευκρινίσουν την τύχη εκείνων που έκαναν χρήση κάποιας ουσίας «έστω και μια φορά». Από τις επισημάνσεις αυτές εύκολα προκύπτει ότι η ανίχνευση του αριθμού των χρηστών και της έκτασης της αγοράς ναρκωτικών είναι εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, επειδή στο δημόσιο τομέα (αλλά ούτε και στον ιδιωτικό) δε υπάρχει παράδοση σοβαρής και συστηματικής κοινωνικής έρευνας, κυρίως επειδή η έρευνα αυτή δεν θεωρείται «προσοδοφόρα». Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία έρευνα σχετικά με την επικράτηση της χρήσης στο γενικό πληθυσμό στην Ελλάδα υλοποιήθηκε από το ΕΚΤΕΠΝ το 2004.

Οι συνέπειες της κρίσης

Η κρίση έχει επιδεινώσει την προαναφερόμενη κατάσταση, όπώς επίσης έχει επιδεινώσει και την κατάσταση στην αγορά ναρκωτικών. Αλλά και για αυτό το θέμα η γνώση μας είναι αποσπασματική. Τον Ιούνιο του 2012 σκιαγραφήθηκαν από το ΚΕΘΕΑ οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στο πρόβλημα των ναρκωτικών και επισημάνθηκε μεταξύ άλλων «...επιδείνωση της κατάστασης των εξαρτημένων, όπώς συνάγεται από τη στροφή τους σε νέες, οικονομικότερες αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνες για την υγεία και τη ζωή τους ουσίες («σίσα»), τις επιδημικές διαστάσεις της εξάπλωσης του HIV/AIDS και της ηπατίτιδας C στον πληθυσμό τους, την παρουσία πολλών ατόμων με πρόβλημα χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ στο συνεχώς αυξανόμενο αριθμό αστέγων και τη μείωση του κινήτρου για θεραπεία, εξαιτίας της απουσίας ελπίδας για το μέλλον...». Επίσης, διαπιστώνονταν «... εντεινόμενες, λόγω της κρίσης, δυσκολίες της ελληνικής οικογένειας, που πάντα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία απεξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης, να συνεχίσει να το πράττει...αύξηση φαινομένων επιθετικότητας και βίας απέναντι στους χρήστες ουσιών και τις άλλες ευάλωτες ομάδες, που σε περιόδους κρίσης μετατρέπονται σε εύκολο στόχο....αποδυνάμωση των οργανισμών θεραπείας....τη συνεχιζόμενη απουσία εθνικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων και την πολιτική πριμοδότηση «φθηνών» λύσεων....»4.

Την κατάσταση αυτή, άλλωστε, επισημαίνει και η Έκθεση του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης το Νοέμβριο του 2013 (www.commissioner.coe.int), σε μια γενικότερη θεώρηση σχετικά με την υπονόμευση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα στη διάρκεια της κρίσης και τις συνέπειές της ειδικά σε δικαιώματα, όπώς αυτά της κοινωνικής ασφάλειας,
της υγείας, της εκπαίδευσης και της εργασίας.

Αν και η κρίση προφανώς επηρεάζει τις τάσεις και τα προβλήματα που αφορούν τα ναρκωτικά, δεν υπάρχει έως τώρα μια εμπεριστατωμένη έρευνα σχετικά με το θέμα. Πάντως, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια οι γενικότερες τάσεις σχετικά με τη χρήση και τη διάδοση των ναρκωτικών, δεν φαίνεται να είναι ομοιογενείς σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Αν και σύμφωνα με την
Ευρωπαϊκή Έκθεση για τα Ναρκωτικά του EMCDDA του 2014 προκύπτει ότι η επικρατέστερη διεγερτική ουσία στην Ελλάδα είναι η Έκσταση, από την Έκθεση του ΕΚΤΕΠΝ- ESPAD (τα στοιχεία του αναφέρονται στο 2011) προκύπτει ότι σε ένα ειδικότερο πληθυσμό, όπώς ο μαθητικός, τα πράγματα είναι διαφορετικά :
- Η επικρατέστερη ουσία γενικά είναι η κάνναβις.
- Το ποσοστό μαθητών που κάνει (έστω και μια φορά) χρήση ουσιών μεταξύ των ηλικιών 15 και 19 ετών τριπλασιάζεται.
- Το ποσοστό της χρήσης σε μαθητές που είναι 19 ετών και φοιτούν ακόμα στο σχολείο είναι πολύ υψηλό 40%.

Ωστόσο, ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι το υψηλότερο ποσοστό των μαθητών που έχει κάνει χρήση καταγράφεται σε ορισμένες περιοχές που έχουν μεταξύ τους τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, το υψηλότερο ποσοστό χρήσης παρατηρείται στις ακόλουθες περιοχές:

α) Ροδόπη: Το ποσοστό χρήσης (21,4%) αφορά μια περιοχή που είναι κυρίως αγροτική, παραμεθόριος, με μεσαία αστικά κέντρα και υψηλό βαθμό κοινωνικού αποκλεισμού, περιορισμένες κοινωνικές υπηρεσίες, με μεγάλο αριθμό φοιτητών και με ακραίες κοινωνικές αντιφάσεις και ανισότητες.
β) Θεσσαλονίκη: Μεγάλο αστικό κέντρο όπου το ποσοστό της χρήσης (19,4%) είναι σχετικά μεγαλύτερο από την Αθήνα.
γ) Αθήνα: Στη μεγαλύτερη πόλη και μοναδική Μητρόπολη στην Ελλάδα το ποσοστό (19,3%) είναι χαμηλότερο από τις δύο προηγούμενες περιοχές.
δ) Κυκλάδες: Το ποσοστό χρήσης (17,2%) είναι σχετικά υψηλό σε μια περιοχή με πολύ μικρά αστικά κέντρα, χαμηλό βαθμό παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά έντονη τουριστική ανάπτυξη.

Παραδόξως, σε περιοχές της Ελλάδας που είναι γνωστές ως περιοχές καλλιέργειας κάνναβης (π.χ. Κρήτη, Ν.Α Πελοπόννησος κ.α.), αλλά έχουν και σχετικά μεγάλα αστικά κέντρα, δεν παρατηρούνται τόσο υψηλά ποσοστά χρήσης στο μαθητικό πληθυσμό.

Προφανώς, η διερεύνηση του αριθμού και του κοινωνικού προφίλ των χρηστών, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της κρίσης, αξίζει μεγαλύτερης εμβάθυνσης. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το βέβαιο είναι ότι κάθε παρέμβαση για τη μείωση της βλάβης οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να συσχετίζει αναλυτικότερα τα κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά των χρηστών σε πανελλαδική κλίμακα,
τις γενικότερες συνθήκες, τις ιδιαιτερότητες των περιοχών και μικρο-περιοχών παρέμβασης μέσα στη κρίση, ώστε οι παρεμβάσεις να γίνονται στοχευμένα.

4 http://www.kethea.gr/%CE%9D%CE%AD%CE%B1/%CE%94%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CE%B1%CE%A4%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85/tabid/141/articleType/ArticleView/articleId/247/language/el-GR/Default.aspx

Search Our Site

anthologio
questionaire
epub flashbook
e pub pdf

Σημαντικό!

Τρείς είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του μεσολαβητικού ρόλου της αστυνομίας ειδικά στο ζήτημα της αστυνόμευσης των εξαρτημένων και αφορούν: α) την ανάπτυξη της ήπιας αστυνόμευσης, β) τον συγκερασμό της με τις πολιτικές μείωσης της βλάβης στον τομέα των εξαρτήσεων που ακολουθούνται από τους φορείς υγείας και γ) τη συνεχή μελέτη και εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η παγκοσμιοποιημένη διάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.